Η αποδυνάμωση των κανόνων βιωσιμότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενδέχεται να έχει σημαντικές αρνητικές συνέπειες στην ανταγωνιστικότητα και την αναπτυξιακή πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας, σύμφωνα με τη θέση 196 οργανισμών – μεταξύ των οποίων πάνω από 150 επιχειρήσεις, επενδυτές, χρηματοπιστωτικοί φορείς και πάροχοι υπηρεσιών. Οι οργανισμοί αυτοί απηύθυναν κοινή δήλωση προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, καλώντας τους να διατηρήσουν τον πυρήνα του πλαισίου βιώσιμης χρηματοδότησης της ΕΕ, σε μια περίοδο που το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξετάζουν τροποποιήσεις που θα αποδυναμώσουν σημαντικά τους ισχύοντες κανόνες σε σχέση με την αρχική πρόταση Omnibus I της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Στη δήλωση υπογραμμίζεται ότι οι κανόνες αναφοράς βιωσιμότητας, τα σχέδια μετάβασης, οι κλιματικοί στόχοι και η εταιρική δέουσα επιμέλεια αποτελούν θεμέλιο για την επίτευξη των οικονομικών και βιώσιμων στόχων της ΕΕ. Τονίζεται πως η διαφάνεια και η υπεύθυνη εταιρική συμπεριφορά που προωθούνται από το θεσμικό αυτό πλαίσιο συνεισφέρουν τόσο στην ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη, όσο και στη μακροπρόθεσμη αξία και την απόδοση για τους επενδυτές. Οι επιχειρήσεις που εφαρμόζουν τους ευρωπαϊκούς κανόνες βιωσιμότητας εμφανίζουν υψηλότερη ανθεκτικότητα, είναι καλύτερα προετοιμασμένες για τις προκλήσεις που συνδέονται με τη βιωσιμότητα και μπορούν να επικοινωνούν αποτελεσματικότερα τα σχετικά στοιχεία στους επενδυτές και στους λοιπούς χρηματοοικονομικούς φορείς.

Η επιστολή επισημαίνει ότι τόσο οι επενδυτές όσο και οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά υποστηρίζουν τη διατήρηση των βασικών διατάξεων της Οδηγίας για την Εταιρική Αναφορά Βιωσιμότητας (CSRD), η οποία βασίζεται στα Ευρωπαϊκά Πρότυπα Αναφοράς Βιωσιμότητας (ESRS), καθώς και της Οδηγίας για τη Δέουσα Επιμέλεια Εταιρικής Βιωσιμότητας (CSDDD). Οι συγκεκριμένες οδηγίες κρίνονται ως καθοριστικές για την επίτευξη των στρατηγικών στόχων της ΕΕ στον τομέα της βιωσιμότητας, της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας, καθώς διευκολύνουν τη διοχέτευση επενδύσεων προς τεχνολογίες και τομείς που υποστηρίζουν το Clean Industrial Deal. Επιπλέον, ενισχύουν τις προσπάθειες εναρμόνισης των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών, όπως αποτυπώνεται και στη στρατηγική για την Ένωση Αποταμίευσης και Επενδύσεων.
Η κοινή δήλωση αναγνωρίζει ότι η ρυθμιστική απλοποίηση μπορεί να επιτευχθεί χωρίς να τεθούν σε αμφισβήτηση η ουσία των κανόνων βιωσιμότητας ή τα οφέλη τους για τις επιχειρήσεις. Οι οργανισμοί που υπογράφουν την επιστολή προτείνουν συγκεκριμένες βελτιώσεις που περιλαμβάνουν τη διατήρηση της προσέγγισης της «διπλής ουσιαστικότητας» στην CSRD και την πλήρη κάλυψη θεμάτων Περιβάλλοντος, Κοινωνίας και Διακυβέρνησης (ESG), διασφαλίζοντας παράλληλα τη διαλειτουργικότητα των ευρωπαϊκών προτύπων με διεθνή πρότυπα όπως ISSB, GRI και TNFD. Προτείνεται η διατήρηση του ορίου των 500 εργαζομένων για το πεδίο εφαρμογής της CSRD, όπως ίσχυε και στη μη χρηματοοικονομική οδηγία (NFRD), με ενδεχόμενη σταδιακή εφαρμογή για τις μικρότερες επιχειρήσεις, ώστε να διασφαλιστεί η συνέπεια και η ομαλή προσαρμογή των εταιρειών που ήδη συμμορφώνονται με τα πρότυπα αυτά.
Η επιστολή επισημαίνει επίσης τον κίνδυνο που ενέχει η υιοθέτηση ενός αυστηρού ορίου στην αλυσίδα αξίας (value chain cap), καθώς ενδέχεται να περιορίσει την ανταλλαγή ουσιαστικών πληροφοριών βιωσιμότητας μεταξύ επενδυτών και εταιρειών, δυσχεραίνοντας έτσι τη ροή κεφαλαίων και την υποστήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων στην πράσινη μετάβαση. Υπογραμμίζεται ότι η συγκέντρωση της επενδυτικής πληροφόρησης στις μεγαλύτερες εταιρείες θα μπορούσε να επιβραδύνει την πρόοδο στη βιώσιμη ανάπτυξη συνολικά.
Παράλληλα, τονίζεται η ανάγκη διατήρησης της εταιρικής δέουσας επιμέλειας βάσει κινδύνου σύμφωνα με τα πρότυπα του ΟΗΕ και του ΟΟΣΑ, ώστε να παρέχεται ένα ελάχιστο επίπεδο εναρμόνισης μεταξύ των κρατών-μελών και να διασφαλίζεται η νομική ασφάλεια που απαιτεί το επενδυτικό περιβάλλον. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη σημασία των σχεδίων μετάβασης για το κλίμα, τα οποία πρέπει να περιλαμβάνουν επιστημονικά τεκμηριωμένους στόχους και να αποτελούν μέσο βελτίωσης της ανθεκτικότητας και της προσαρμοστικότητας των εταιρειών στο νέο οικονομικό και περιβαλλοντικό τοπίο. Προτείνεται τα σχέδια αυτά να βασίζονται στην αρχή της υποχρέωσης μέσων και όχι αποτελέσματος, ώστε οι επιχειρήσεις να μην επιβαρύνονται νομικά εάν τεκμηριώνουν την προσπάθειά τους, ακόμα και αν δεν επιτυγχάνουν πλήρως τους στόχους.
Το πλαίσιο αυτό, όπως σημειώνεται στην επιστολή, ενισχύει την εμπιστοσύνη μεταξύ εταιρειών και χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, δημιουργεί σαφέστερες προϋποθέσεις πρόσβασης σε βιώσιμη χρηματοδότηση και συμβάλλει στη διασφάλιση προβλέψιμης, συγκρίσιμης και υψηλής ποιότητας πληροφόρησης για τις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές. Η επιστολή αναφέρει ότι η τυχόν μείωση του πεδίου εφαρμογής της CSRD θα δημιουργούσε ανισότητες μεταξύ των επιχειρήσεων, ιδίως για όσες έχουν ήδη επενδύσει στη διαφάνεια και την τήρηση υψηλών προτύπων βιωσιμότητας. Επίσης, αναδεικνύεται ότι σημαντικό ποσοστό επιχειρήσεων με προσωπικό μεταξύ 500 και 1.000 εργαζομένων έχει ήδη ξεκινήσει τις διαδικασίες συμμόρφωσης με τη CSRD και προτιμά να διατηρηθεί το όριο ένταξης στα 500 άτομα.

Επιπλέον, η επιστολή τονίζει ότι η δέουσα επιμέλεια για περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς κινδύνους θα πρέπει να διατρέχει ολόκληρη την αλυσίδα εφοδιασμού και όχι να περιορίζεται μόνο στους άμεσους προμηθευτές, καθώς τα σημαντικότερα ρίσκα εντοπίζονται συχνά βαθύτερα στην εφοδιαστική αλυσίδα. Επισημαίνεται ακόμη ότι η υποχρέωση για εταιρικά σχέδια μετάβασης σε βιώσιμα πρότυπα, με στόχους βασισμένους στην επιστήμη και με δημόσια πληροφόρηση, είναι εργαλείο που μπορεί να ενισχύσει τη μακροπρόθεσμη ανθεκτικότητα και την υπεύθυνη εταιρική στρατηγική.
Το γενικό συμπέρασμα της επιστολής είναι ότι η διατήρηση του βασικού πλαισίου των κανόνων βιωσιμότητας και της σαφήνειας στο θεσμικό περιβάλλον αποτελεί αναγκαία συνθήκη τόσο για την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας όσο και για την επιτυχή μετάβαση σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών. Υπογραμμίζεται η ανάγκη για συνέχιση της προσπάθειας εναρμόνισης με τα διεθνή πρότυπα, με τρόπο που να διασφαλίζει τη συμβατότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων με τις αγορές κεφαλαίου παγκοσμίως.
Η επιστολή έχει λάβει την υποστήριξη οργανισμών-συντονιστών, όπως το Eurosif, το Institutional Investors Group on Climate Change (IIGCC), οι Principles for Responsible Investment (PRI), το Corporate Leaders Group Europe (CLG Europe), το Global Reporting Initiative (GRI) και η E3G, ενώ μεταξύ των υπογραφόντων περιλαμβάνονται μεγάλες επιχειρήσεις από όλη την Ευρώπη. Τέλος, στην επιστολή επισημαίνεται ότι το τελικό κείμενο συντάχθηκε σε συνεργασία με τους συντονιστικούς οργανισμούς και τα μέλη τους, χωρίς αυτό να συνεπάγεται απαραίτητα την πλήρη υιοθέτηση των θέσεων από το σύνολο των συμμετεχόντων

