H απόφαση της Επιτροπής Περιβάλλοντος, Κλίματος και Ασφάλειας Τροφίμων (ENVI) του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι ένα ιστορικό πολιτικό σήμα, αλλά και ένα πεδίο διαπραγματευτικών αντιφάσεων που θα καθορίσουν την ανταγωνιστικότητα και την κοινωνική συνοχή της ΕΕ τις επόμενες δύο δεκαετίες.
Η Πολιτική Υποχρέωση: 90% και Δεσμευτικότητα
Οι Ευρωβουλευτές έλαβαν μια ξεκάθαρη θέση για τον πρόσθετο, ενδιάμεσο και δεσμευτικό κλιματικό στόχο της ΕΕ για το 2040:
- Ο Στόχος: Μείωση των καθαρών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (GHG) κατά 90% σε σύγκριση με τα επίπεδα του 1990.
- Το Πλαίσιο: Αυτός ο στόχος είναι απαραίτητος για να επιτευχθεί η κλιματική ουδετερότητα της ΕΕ έως το 2050, όπως ορίζει ο Ευρωπαϊκός Νόμος για το Κλίμα.
Η υιοθέτηση του κειμένου (με 55 ψήφους υπέρ έναντι 32 κατά) στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα ενόψει της COP30 (όπου η ΕΕ πρέπει να παρουσιάσει τις δεσμεύσεις της), τονίζοντας ότι η πράσινη μετάβαση «συμβαδίζει με τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ».

Οι «Ελαστικότητες» που Κρύβουν Κινδύνους
Το κείμενο, όμως, δεν είναι αδιάλλακτο. Οι Ευρωβουλευτές, αναγνωρίζοντας τις οικονομικές πιέσεις και τις δυσκολίες σε τομείς υψηλών εκπομπών, εισάγουν μια σειρά από «ευέλικτες» ρυθμίσεις που εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για την ακεραιότητα της κλιματικής δράσης:
- Διεθνή Αντισταθμίσματα (Carbon Credits): Ζητούν τη δυνατότητα έως και 5 ποσοστιαίων μονάδων της μείωσης των καθαρών εκπομπών να προέρχεται από διεθνή carbon credits υψηλής ποιότητας από τρίτες χώρες, έναντι του 3% που πρότεινε η Κομισιόν. Αυτό αποτελεί «τρύπα» στον Ευρωπαϊκό Νόμο, καθώς μεταφέρει την ευθύνη της μείωσης εκτός ΕΕ, δημιουργώντας τον κίνδυνο greenwashing ή ανεπαρκών αντισταθμιστικών μέτρων.
- Παράταση του ETS2: Σημαντική είναι η απόφαση να αναβληθεί η έναρξη του ETS2 (το Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών που καλύπτει τις εκπομπές από την καύση καυσίμων σε κτήρια και οδικές μεταφορές) από το 2027 στο 2028. Η αναβολή αυτή, αν και πιθανώς αναγκαία για την κοινωνική συνοχή (λόγω του κόστους για νοικοκυριά και μεταφορές), καθυστερεί μια κρίσιμη παρέμβαση σε δύο από τους πιο ρυπογόνους τομείς.
- Εσωτερικά Carbon Removals: Δίνεται η δυνατότητα χρήσης μόνιμων εγχώριων απορροφήσεων άνθρακα για να αντισταθμιστούν οι δύσκολα μειώσιμες εκπομπές στο υφιστάμενο ETS.
Διετής Αναθεώρηση: Η «Ασφάλεια» της Οικονομίας
Οι Ευρωβουλευτές ζητούν επίσης από την Κομισιόν να διενεργεί ανά διετία αναθεώρηση της προόδου, λαμβάνοντας υπόψη:
- Τα νεότερα επιστημονικά δεδομένα (τα οποία, όπως γνωρίζουμε από την έκθεση SOCA 2025, δείχνουν ότι «καμία δράση δεν βρίσκεται σε τροχιά» για το 1.5°C).
- Την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της ΕΕ.
- Τις τάσεις των τιμών ενέργειας και τις επιπτώσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Αυτή η διετής αναθεώρηση αποτελεί την «πολιτική ασφάλεια» του στόχου. Αν η μετάβαση αποδειχθεί πολύ δαπανηρή ή απειλήσει την ευρωπαϊκή βιομηχανία, η Κομισιόν θα μπορεί να προτείνει τροποποιήσεις στον στόχο του 2040.

Η απόφαση της Επιτροπής ENVI είναι ένα δίκοπο μαχαίρι. Η υιοθέτηση του δεσμευτικού στόχου 90% είναι επιβεβλημένη από την επιστήμη (και ενισχύει τη διαπραγματευτική θέση της ΕΕ διεθνώς). Ωστόσο, η ταυτόχρονη εισαγωγή «ελαστικοτήτων», όπως η αύξηση των διεθνών carbon credits και η αναβολή του ETS2, υποδεικνύει ότι η πολιτική βούληση εξακολουθεί να είναι πολύ αδύναμη μπροστά στο κόστος και τις κοινωνικές επιπτώσεις.
Η ΕΕ προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ κλιματικής ηγεσίας και οικονομικής ρεαλιστικότητας. Το τελικό κείμενο, που θα προκύψει μετά την ψηφοφορία στην Ολομέλεια στις 13 Νοεμβρίου και τις διαπραγματεύσεις με τα κράτη μέλη, θα δείξει αν η Ένωση είναι διατεθειμένη να πληρώσει το πραγματικό τίμημα για τον στόχο του 90% ή αν θα καταφύγει σε λογιστικές «αλχημείες» (όπως τα carbon credits) για να δείξει ότι πέτυχε τους στόχους της, ενώ στην πραγματικότητα καθυστέρησε την εσωτερική της δράση.
Το δίλημμα δεν είναι πλέον «περιβάλλον ή οικονομία», αλλά «άμεση δράση ή αναβολή κόστους» και οι Ευρωβουλευτές επέλεξαν τη δεύτερη.

