Το ιστορικό κέντρο της λιγνιτικής παραγωγής στην Ελλάδα μετατρέπεται πλέον στον πυρήνα της ενεργειακής μετάβασης. Ο Όμιλος ΔΕΗ προχωρά με ταχύτατους ρυθμούς στην κατασκευή της νέας Μονάδας Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (ΣΗΘΥΑ) στη Δυτική Μακεδονία, με στόχο να είναι πλήρως έτοιμη μέχρι το τέλος του 2026. Το έργο αυτό, που αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες επενδύσεις της τελευταίας δεκαετίας, σηματοδοτεί τη μετάβαση από το «μαύρο χρυσό» του λιγνίτη στο «καθαρότερο» καύσιμο του φυσικού αερίου, διασφαλίζοντας παράλληλα την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.
Η επιλογή της περιοχής της Πτολεμαΐδας για την κατασκευή της μονάδας ΣΗΘΥΑ δεν είναι τυχαία. Η Δυτική Μακεδονία, επί δεκαετίες η καρδιά της ελληνικής ενέργειας, βιώνει μια κρίσιμη μετάβαση μακριά από τον λιγνίτη, στο πλαίσιο του εθνικού σχεδίου για την απανθρακοποίηση. Η νέα μονάδα, με την ισχύ της, έρχεται να καλύψει το κενό που αφήνουν οι λιγνιτικές μονάδες που σταδιακά κλείνουν. Το έργο αποτελεί ένα απτό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο η χώρα διαχειρίζεται τη δίκαιη μετάβαση, διατηρώντας την περιοχή στο επίκεντρο των ενεργειακών εξελίξεων.
Η μονάδα ΣΗΘΥΑ αξιοποιεί την τεχνολογία σύνθετου κύκλου φυσικού αερίου, μια από τις πλέον αποδοτικές και σύγχρονες τεχνολογίες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Σε αντίθεση με τις παλαιότερες λιγνιτικές μονάδες, η τεχνολογία αυτή μπορεί να επιτύχει αποδόσεις που ξεπερνούν το 60%, ενώ οι εκπομπές ρύπων και διοξειδίου του άνθρακα είναι σημαντικά χαμηλότερες. Αυτό την καθιστά την ιδανική λύση για να λειτουργεί συμπληρωματικά με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (αιολικά, φωτοβολταϊκά), καθώς μπορεί να ενεργοποιείται γρήγορα όταν δεν υπάρχει ήλιος ή αέρας, διασφαλίζοντας έτσι τη σταθερότητα του ηλεκτρικού συστήματος.
Η ολοκλήρωση της μονάδας ΣΗΘΥΑ στα τέλη του 2026 θα ενισχύσει σημαντικά το εθνικό δίκτυο, θα συμβάλει στη μείωση των τιμών ενέργειας μακροπρόθεσμα και θα δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας στην περιοχή, προσελκύοντας ταυτόχρονα και νέες επενδύσεις. Η ΔΕΗ, με αυτή την κίνηση, δεν κατασκευάζει απλώς έναν σταθμό, αλλά θεμελιώνει το ενεργειακό μέλλον της Ελλάδας σε μια νέα, πιο βιώσιμη και αποδοτική βάση.

