Του Δρ. Μάνου Χατζηγεωργίου
Ηλεκτρολόγος Μηχανικός στην Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου
Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο UEHR (Πάντειο Πανεπιστήμιο)
Η ενεργειακή μετάβαση της Ελλάδας βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη. Η σταδιακή απομάκρυνση από τον λιγνίτη, η ενίσχυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και οι αυστηρότεροι ευρωπαϊκοί κλιματικοί στόχοι επανακαθορίζουν το ενεργειακό μείγμα και τον ρόλο της ηλεκτροπαραγωγής στην οικονομία. Παρά τη σημαντική πρόοδο των τελευταίων ετών, το ερώτημα παραμένει κρίσιμο: ποιοι παράγοντες οδήγησαν πραγματικά στη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και ποιες τεχνολογίες μπορούν να επιταχύνουν περαιτέρω την πορεία προς την κλιματική ουδετερότητα;
Πρόσφατη ανάλυση για την περίοδο 2013–2023 δείχνει ότι οι εκπομπές CO₂ από την ηλεκτροπαραγωγή στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά περίπου 7,1 εκατομμύρια τόνους, αντανακλώντας βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές στο ενεργειακό σύστημα. Καθοριστικό ρόλο στη μείωση αυτή έπαιξε η αλλαγή στο ενεργειακό μείγμα, η σταδιακή αντικατάσταση του λιγνίτη από φυσικό αέριο και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η οποία ευθύνεται για πάνω από 60% της συνολικής μείωσης των εκπομπών. Παράλληλα, οι βελτιώσεις στην ενεργειακή αποδοτικότητα συνέβαλαν σημαντικά, περιορίζοντας περαιτέρω την ένταση εκπομπών της ηλεκτροπαραγωγής.
Ωστόσο, η οικονομική ανάκαμψη και η αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας μετά την περίοδο της κρίσης και της πανδημίας λειτούργησαν ως αντίρροπες δυνάμεις, ασκώντας ανοδική πίεση στις εκπομπές και επιβραδύνοντας τον ρυθμό μείωσης. Η εξέλιξη αυτή υπογραμμίζει ότι η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι γραμμική διαδικασία, αλλά αποτέλεσμα σύνθετων αλληλεπιδράσεων μεταξύ οικονομίας, τεχνολογίας και πολιτικής.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διερεύνηση του ρόλου της τεχνολογίας δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα (Carbon Capture and Storage – CCS). Σε ένα υποθετικό σενάριο ευρείας εφαρμογής τέτοιων τεχνολογιών στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής, εκτιμάται ότι θα μπορούσε να επιτευχθεί έως και 73% πρόσθετη μείωση των εκπομπών, ενισχύοντας σημαντικά την πορεία απανθρακοποίησης. Η δέσμευση άνθρακα δεν έρχεται να αντικαταστήσει τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά να λειτουργήσει συμπληρωματικά, αντιμετωπίζοντας τις υπολειμματικές εκπομπές που παραμένουν δύσκολο να εξαλειφθούν.
Η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι η μετάβαση σε ένα καθαρότερο ενεργειακό σύστημα απαιτεί συνδυασμό πολιτικών, τεχνολογικών και χωρικών παρεμβάσεων. Η κατανόηση των πραγματικών κινητήριων δυνάμεων των εκπομπών, σε συνδυασμό με την αξιολόγηση καινοτόμων τεχνολογιών όπως η δέσμευση άνθρακα, μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο εργαλείο για τον σχεδιασμό μιας βιώσιμης ενεργειακής στρατηγικής. Σε μια εποχή αυξημένων ενεργειακών και γεωπολιτικών προκλήσεων, η στρατηγική αυτή δεν αφορά μόνο το περιβάλλον, αλλά και την ενεργειακή ασφάλεια, την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της χώρας.


