Μία μακρά διπλωματική διελκυστίνδα έλαβε τέλος στο περιθώριο της τρέχουσας Διάσκεψης του ΟΗΕ για το Κλίμα (COP30) στη Βραζιλία. Η Τουρκία αναδείχθηκε νικήτρια στη διαδικασία διεκδίκησης της διοργάνωσης της επόμενης κρίσιμης συνόδου, της COP31, το 2026. Αντίπαλός της ήταν η Αυστραλία, η οποία, μετά από μήνες έντονης διαφωνίας, τελικά «παραμέρισε», ανοίγοντας τον δρόμο για την ομόφωνη απόφαση.
Η ανάθεση αυτή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αναδεικνύει τις γεωπολιτικές ισορροπίες και τις εσωτερικές εντάσεις εντός της ομάδας των «Δυτικοευρωπαϊκών και Άλλων Κρατών» (WEOG) του ΟΗΕ, στην οποία ανήκουν και οι δύο χώρες και απαιτείται συναίνεση για την επιλογή οικοδεσπότη.
Το Διπλωματικό Αδιέξοδο και η «Διπλή» Πρόταση
Το πρόβλημα ξεκίνησε το 2022, όταν τόσο η Αυστραλία όσο και η Τουρκία υπέβαλαν ξεχωριστές υποψηφιότητες για τη φιλοξενία της COP31 (του 2026), χωρίς καμία να είναι πρόθυμη να αποσύρει την αξίωσή της.
Η Τουρκία, η οποία τελικά κέρδισε τη διοργάνωση, είχε ένα ισχυρό διπλωματικό επιχείρημα: είχε ήδη παραιτηθεί από τη διεκδίκηση του COP26 το 2021, επιτρέποντας στο Ηνωμένο Βασίλειο να φιλοξενήσει τη σύνοδο στη Γλασκώβη. Από την πλευρά της, η Αυστραλία διεκδικούσε τη διοργάνωση για πρώτη φορά, επιδιώκοντας να αναδείξει τη σημασία της κλιματικής αλλαγής για τις νησιωτικές χώρες του Ειρηνικού, με τις οποίες ήθελε να συνδιοργανώσει.
Σε μία προσπάθεια άρσης του αδιεξόδου, η Τουρκία είχε προτείνει ένα μοντέλο «συμπροεδρίας» ή «κοινής ηγεσίας» με την Αυστραλία. Ωστόσο, ο Αυστραλός Πρωθυπουργός, Άντονι Αλμπανέζι, απέρριψε ρητά την πρόταση αυτή, επιμένοντας ότι οι κανόνες του ΟΗΕ ορίζουν έναν μόνο οικοδεσπότη. Η άκαμπτη στάση της Καμπέρας είχε προκαλέσει ανησυχίες ότι και οι δύο υποψηφιότητες θα απορρίπτονταν, με αποτέλεσμα η διοργάνωση να καταλήξει, εξ ορισμού, σε άλλη χώρα της WEOG (πιθανώς στη Γερμανία ή στη Βόννη, όπου βρίσκεται η έδρα της γραμματείας του ΟΗΕ για το κλίμα).

Το Βάρος της Αυστραλίας: Άνθρακας και Διπλωματία
Η υποχώρηση της Αυστραλίας, αν και οδήγησε στην επίλυση του αδιεξόδου, δεν είναι άνευ σημασίας. Η Αυστραλία είναι ένας από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς άνθρακα παγκοσμίως και έχει επικριθεί σφοδρά στο παρελθόν για τους χαμηλούς κλιματικούς της στόχους και τις συνεχείς επιδοτήσεις προς τα ορυκτά καύσιμα.
Ενώ η τρέχουσα κυβέρνηση έχει υιοθετήσει πιο φιλόδοξους στόχους (μετά από χρόνια αμφιλεγόμενης πολιτικής), η προθυμία της να φιλοξενήσει τη σύνοδο ερμηνεύτηκε από πολλούς ως προσπάθεια «πράσινου ξεπλύματος» (greenwashing), παρά ως γνήσια ηγετική θέση στην κλιματική δράση. Το γεγονός ότι η χώρα απέτυχε να κερδίσει τη διοργάνωση, παρά την έντονη διπλωματική προσπάθεια, μπορεί να θεωρηθεί ως μια διπλωματική αποτυχία που σχετίζεται έμμεσα με το βαρύ κλιματικό της «αποτύπωμα».
Ο Ρόλος της Τουρκίας: Μια «Γέφυρα»
Η Τουρκία, αντιθέτως, με την ανάληψη της COP31 στην Αττάλεια, τοποθετείται ως μία περιφερειακή δύναμη ικανή να γεφυρώσει τον κόσμο του ανεπτυγμένου Βορρά με τις αναπτυσσόμενες χώρες. Παρά τις δικές της προκλήσεις στη μετάβαση (όπως η εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα), η διοργάνωση της σύνοδος δίνει στην Άγκυρα μια σημαντική πλατφόρμα για την προβολή των αναπτυξιακών της στόχων και για την ενίσχυση της περιφερειακής της επιρροής.

Η Αξιοπιστία της Διαδικασίας
Η κατάληξη της διαμάχης για τη διοργάνωση της COP31, με την ανάθεση στην Τουρκία κατόπιν υποχώρησης της Αυστραλίας, αποτελεί μια ανακούφιση για τη συνοχή της πολυμερούς διαδικασίας του ΟΗΕ για το κλίμα. Η μακροχρόνια έλλειψη συναίνεσης είχε απειλήσει την αξιοπιστία της διαδικασίας επιλογής οικοδεσπότη, η οποία παραδοσιακά λειτουργεί με ομοφωνία.
Ενώ η Τουρκία κερδίζει ένα σημαντικό διπλωματικό έρεισμα και μια ευκαιρία να ενισχύσει το κλιματικό της προφίλ, το επεισόδιο υπογραμμίζει μία ευρύτερη πρόκληση: το κλίμα έχει μετατραπεί σε πεδίο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης. Η επιτυχία της COP31 δεν θα κριθεί μόνο από την ικανότητα της Άγκυρας να φιλοξενήσει την εκδήλωση, αλλά κυρίως από το κατά πόσο τα κράτη μέλη, συμπεριλαμβανομένων των μεγάλων εξαγωγέων ορυκτών καυσίμων όπως η Αυστραλία, θα είναι διατεθειμένα να προχωρήσουν σε πραγματικές, δεσμευτικές μειώσεις εκπομπών, αντί να επικεντρώνονται σε ζητήματα συμβολισμού και διπλωματικής εικόνας.

