Μια πρόσφατη μελέτη, δημοσιευμένη στο Communications Earth & Environment της Nature, αποκαλύπτει μια κρίσιμη σχέση ανάμεσα στη φυσική υποστήριξη του πλανήτη (οικοσυστήματα, βιοποικιλότητα) και τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.
Σύμφωνα με τους ερευνητές:
- Το 72 % των επιχειρήσεων στην ευρωζώνη εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τουλάχιστον μία «υπηρεσία οικοσυστήματος» π.χ. καθαρό νερό, επικονίαση, προστασία από πλημμύρες.
- Από τις περίπου 2.500 τράπεζες που εξετάστηκαν, μόλις 100 τράπεζες, δηλαδή το 4 % είναι υπεύθυνες για το 87 % του βιοποικιλιακού αποτυπώματος (biodiversity footprint) που φέρει ο τραπεζικός τομέας της ευρωζώνης μέσω των χορηγήσεών τους.
- Περίπου το 60 % των δανείων στη ζώνη του ευρώ κατευθύνονται σε επιχειρήσεις με ανεπαρκή προστασία από πλημμύρες που σημαίνει ότι σε πολλές περιπτώσεις υπάρχει «κενό» (unmet flood protection needs).
Η λογική είναι πως αν τα οικοσυστήματα υποβαθμιστούν π.χ. λόγω αλλαγής χρήσης γης, αποψίλωσης, ρύπανσης ή κλιματικών ακραίων φαινομένων, οι επιχειρήσεις που βασίζονται σε αυτά θα αντιμετωπίσουν παραγωγικά προβλήματα. Αυτό, με τη σειρά του, θα πλήξει την ικανότητά τους να εξυπηρετούν τα δάνειά τους, δημιουργώντας κινδύνους για τις τράπεζες που τις χρηματοδότησαν.
Ένα ακόμα κρίσιμο στοιχείο: οι κίνδυνοι αυτοί δεν ενεργοποιούνται μεμονωμένα αλλά αλληλεπιδρούν, π.χ. η κλιματική αλλαγή εντείνει τις επιπτώσεις της οικολογικής υποβάθμισης, και το αντίστροφο.

Η τοποθέτηση του Κόσμου
Η ιστοσελίδα του Κόμματος ΚΟΣΜΟΣ δημοσίευσε άρθρο με τίτλο «Τοποθέτηση του ΚΟΣΜΟΥ για την έρευνα …» στο οποίο παρουσιάζει τη σημασία των ευρημάτων της εν λόγω μελέτης και τις επιπτώσεις που αυτά μπορεί να έχουν για τον τραπεζικό και χρηματοοικονομικό κόσμο της Ελλάδας και της Ευρώπης.
- Επισημαίνεται ότι η μελέτη αναδεικνύει ενίσχυση της ευθύνης των τραπεζών, όχι μόνο ως παθητικών υποκειμένων κινδύνων, αλλά και ως παράγοντες που συμβάλλουν στην υποβάθμιση των οικοσυστημάτων μέσω των χρηματοδοτήσων τους.
- Γίνεται έκκληση προς τις τράπεζες, τις ρυθμιστικές αρχές και τις κεντρικές τράπεζες να ενσωματώσουν δείκτες οικολογικού κινδύνου στα stress tests και στα πρότυπα αξιολόγησης πιστοληπτικής αξιοπιστίας.
- Υπογραμμίζεται ότι η Ελλάδα, ως χώρα με μεγάλη βιοποικιλότητα και οικοσυστήματα υπό πίεση, δάση, υγρότοποι, θαλάσσια περιβάλλοντα, δεν μπορεί να παραμείνει θεατής σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το άρθρο του ΚΟΣΜΟΥ λειτουργεί ως ”γέφυρα” μεταφέρει τα τεχνικά και εξειδικευμένα ευρήματα της διεθνούς έρευνας σε ελληνικό κοινό, αναδεικνύοντας ορισμένες ιδιαιτερότητες και πιθανές πολιτικές συνέπειες για τη χώρα μας.

Ποιοι είναι οι ερευνητές και ποιο το θεωρητικό πλαίσιο
Η μελέτη υπογράφεται από επιστήμονες όπως Andrej Ceglar, Alexandra Marques, Simone Boldrini, Chiara Lelli, Andrea Toreti, Laura Parisi, και Irene Heemskerk.
Η έρευνα βασίστηκε σε:
- Εργαλεία αξιολόγησης εξάρτησης επιχειρήσεων από οικοσυστήματα, όπως το ENCORE (Exploring Natural Capital Opportunities, Risks and Exposure).
- Αρχεία τραπεζικών δανείων και χαρτοφυλακίων που διασυνδέουν τις χορηγήσεις με επιχειρήσεις πολλών κλάδων (γεωργία, δασοκομία, παραγωγή υλικών, κατασκευές, ενέργεια κ.α.).
- Ανάλυση συνδυασμένων κινδύνων μέσα από αλληλεπιδράσεις, δηλαδή, όχι μόνο ο οικολογικός και κλιματικός κίνδυνος μεμονωμένα, αλλά ο τρόπος που “συντονίζονται” οι δύο αυτές κρίσεις.
Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι πολλές τρέχουσες πρακτικές χρηματοοικονομικής διαχείρισης υποτιμούν ή απέχουν από το να ενσωματώσουν τον οικολογικό παράγοντα, εν πολλοίς λόγω έλλειψης δεδομένων ή προκαταλήψεων ότι ο φυσικός κόσμος είναι «εξωτερική» υπόθεση.
Μια ενδιαφέρουσα πρόταση της μελέτης είναι η ιδέα ότι οι τράπεζες θα μπορούσαν να ενσωματώσουν, στα χρηματοδοτικά τους προϊόντα, “όρους οικολογικής απόδοσης” ή να επιβάλουν κόστος σε επιχειρήσεις που προκαλούν μεγάλο οικολογικό αποτύπωμα, ανοίγοντας το δρόμο για πράσινα δάνεια και διαφοροποιήσεις στη τιμολόγηση του κινδύνου.

Αντίκτυπος, προκλήσεις και προοπτικές
Η σημασία της μελέτης εκτείνεται πέρα από θεωρητικά ενδιαφέροντα:
- Θέτει ευθέως θέμα χημειοπροσαρμογής (transition risk): μελλοντικές πολιτικές για προστασία της φύσης, αυστηρότεροι κανονισμοί, φορολογικά κίνητρα ή κυρώσεις μπορούν να ανατρέψουν επιχειρηματικά μοντέλα που σήμερα θεωρούνται βιώσιμα.
- Ενθαρρύνει τις κεντρικές τράπεζες και τις ρυθμιστικές αρχές να ενσωματώσουν σε stress tests όχι μόνο τους “γνωστούς” κλιματικούς και μακροοικονομικούς κινδύνους, αλλά έναν “πράσινο” άξονα αξιολόγησης.
- Υπογραμμίζει την ανάγκη για καλύτερα δεδομένα, πιο λεπτομερή γεωγραφική αποτύπωση ορίων οικοσυστημάτων, και σύνδεση χρηματορροών με πραγματικές φυσικές διαδικασίες.
Ωστόσο, υπάρχουν προκλήσεις:
- Πολλά οικολογικά δεδομένα είναι ασαφή, μη διασυνδεδεμένα ή παρουσιάζουν γεωγραφικές και χρονικές ανακρίβειες.
- Η αξιολόγηση κινδύνου και η μοντελοποίηση είναι σχετικά νέα στο πεδίο των χρηματοοικονομικών υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα.
- Το κόστος μεταστροφής των τραπεζικών συστημάτων για να ανταποκριθούν σε αυτό το νέο υπόδειγμα μπορεί να είναι σημαντικό, ειδικά για μικρότερα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.

Στην Ελλάδα, όπου η πίεση σε οικοσυστήματα όπως δάση, υγρότοποι, νησιωτικά οικοσυστήματα είναι ήδη πολύ ισχυρή, η μετάφραση αυτών των ευρημάτων σε πολιτικές πράξης μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία.
Η κρίση της φύσης δεν είναι απλώς ένα περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά ένας «οικονομικός σεισμός» που ήδη τρίζει τα θεμέλια του τραπεζικού μας συστήματος. Οι αριθμοί της έρευνας είναι ψυχροί, αλλά πίσω τους κρύβονται ιστορίες πραγματικές: ένας αγρότης που χάνει τη σοδειά του από πλημμύρα, μια μικρομεσαία επιχείρηση που αδυνατεί να πληρώσει το δάνειό της όταν το νερό στερεύει, μια τράπεζα που βρίσκεται αντιμέτωπη με κόκκινα δάνεια όχι λόγω κακοδιαχείρισης, αλλά επειδή το οικοσύστημα κατέρρευσε.
Αυτό που αποκαλύπτεται είναι πως οι τράπεζες δεν είναι «ουδέτεροι θεατές»· είναι ενεργοί παίκτες σε ένα παιχνίδι όπου η φύση και η οικονομία πλέκονται. Αν συνεχίσουμε να αγνοούμε αυτόν τον δεσμό, η επόμενη κρίση δεν θα ξεκινήσει από τα χρηματιστήρια, αλλά από τα ποτάμια που ξεχειλίζουν και τα δάση που καίγονται.
Και τότε, η πραγματική ερώτηση δεν θα είναι αν το τραπεζικό σύστημα άντεξε, αλλά αν εμείς, ως κοινωνία, καταλάβαμε έγκαιρα ότι η προστασία της φύσης είναι το πιο πολύτιμο «κεφάλαιο» που διαθέτουμε.
Πηγή: nature.com
Πηγή: ΚΟΣΜΟΣ

