Η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός παραμένουν ένα από τα μεγαλύτερα, αν όχι το μεγαλύτερο, κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά την οικονομική της ισχύ. Τα στοιχεία της Eurostat για το 2024 είναι αποκαλυπτικά και εγείρουν σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον της κοινωνικής συνοχής. Σύμφωνα με την επίσημη στατιστική υπηρεσία της ΕΕ, ένα ποσοστό της τάξης του 8,5% του συνολικού πληθυσμού, που μεταφράζεται σε περίπου 38 εκατομμύρια ανθρώπους, δεν έχει τη δυνατότητα να εξασφαλίσει ένα θρεπτικό γεύμα που να περιέχει κρέας, ψάρι ή το χορτοφαγικό του ισοδύναμο κάθε δεύτερη ημέρα.
Παρόλο που καταγράφεται μια μικρή μείωση της τάξης της μίας ποσοστιαίας μονάδας σε σχέση με το 9,5% του 2023, αυτή η βελτίωση δεν αρκεί για να αλλάξει τη ζοφερή εικόνα. Η αδυναμία πρόσβασης σε επαρκή και θρεπτική διατροφή είναι ένα θεμελιώδες ζήτημα που επηρεάζει την υγεία, την ανάπτυξη και την κοινωνική ένταξη, ειδικά για τις πιο ευάλωτες ομάδες, όπως τα παιδιά.

Δύο κόσμοι, μία Ένωση: Οι ευάλωτοι πληθυσμοί σε κίνδυνο
Η ανάλυση των στοιχείων της Eurostat δεν αναδεικνύει μόνο τη γενική εικόνα, αλλά και τις βαθιές ανισότητες που υπάρχουν εντός της ευρωπαϊκής κοινωνίας. Η κατάσταση είναι δραματικά πιο σοβαρή για τους ανθρώπους που βρίσκονται σε κίνδυνο φτώχειας. Σε αυτή την κατηγορία, το ποσοστό των ατόμων που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν ένα επαρκές γεύμα εκτοξεύεται στο 19,4%, δηλαδή σχεδόν 1 στους 5 ανθρώπους.
Αντίθετα, για όσους δεν αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο φτώχειας, το αντίστοιχο ποσοστό είναι πολύ χαμηλότερο, στο 6,4%. Η τεράστια αυτή απόκλιση, σχεδόν τριπλάσια, αποδεικνύει ότι οι κοινωνικές πολιτικές που εφαρμόζονται δεν είναι αρκετές για να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ των πλουσιότερων και των φτωχότερων στρωμάτων. Η αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών όπως η τροφή συνδέεται άμεσα με τη σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, έναν δείκτη που παρακολουθείται στενά από την ΕΕ στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων, με στόχο την καταπολέμηση του φαινομένου.

Οι χώρες που “βράζουν” και οι χώρες που “αναπνέουν”
Η εικόνα της επισιτιστικής ανασφάλειας δεν είναι ομοιόμορφη σε όλη την Ευρώπη. Υπάρχουν χώρες που αντιμετωπίζουν σοβαρότατα προβλήματα και άλλες που φαίνεται να τα διαχειρίζονται πολύ πιο αποτελεσματικά. Τα υψηλότερα ποσοστά καταγράφηκαν σε:
- Σλοβακία (39,8%)
- Βουλγαρία (37,7%)
- Ουγγαρία (37,3%)
Στον αντίποδα, βρίσκονται οι χώρες με τα χαμηλότερα ποσοστά:
- Κύπρος (3,5%)
- Ιρλανδία (5,1%)
- Πορτογαλία (5,1%)
Αυτές οι εθνικές διαφορές μπορούν να αποδοθούν σε μια σειρά από παράγοντες, όπως η ισχύς της οικονομίας, η αποτελεσματικότητα του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας και οι πολιτικές που εφαρμόζονται για την αντιμετώπιση της ανεργίας και της φτώχειας. Η επιτυχία της Ιρλανδίας και της Πορτογαλίας, για παράδειγμα, μπορεί να συνδέεται με την ανάκαμψη των οικονομιών τους και τις στοχευμένες πολιτικές κοινωνικής υποστήριξης.

Η κατάσταση στην Ελλάδα: Ανησυχητικά στοιχεία
Αν και το κείμενο της Eurostat δεν αναφέρει λεπτομερώς τα στοιχεία της Ελλάδας για το 2024, προηγούμενες έρευνες και στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι η κατάσταση στη χώρα μας είναι ιδιαίτερα ανησυχητική. Σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες της ΕΛΣΤΑΤ και άλλων ερευνητικών οργανισμών, η Ελλάδα κατατάσσεται σταθερά στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά φτώχειας και υλικής στέρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στοιχεία του 2023 έδειχναν ότι η Ελλάδα κατέχει μια από τις υψηλότερες θέσεις όσον αφορά τον κίνδυνο φτώχειας, με σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού να αντιμετωπίζει σοβαρές ελλείψεις. Η αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών, όπως η θέρμανση και η επαρκής διατροφή, είναι ένα χρόνιο πρόβλημα που επιδεινώθηκε κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης και των τελευταίων ανατιμήσεων. Η ελληνική κυβέρνηση έχει λάβει μέτρα, όπως επιδόματα και κοινωνικά προγράμματα, ωστόσο η αποτελεσματικότητά τους παραμένει αμφισβητήσιμη, καθώς η πίεση του πληθωρισμού στις τιμές των τροφίμων συνεχίζει να επιβαρύνει τα νοικοκυριά.
Η αδυναμία χιλιάδων Ελλήνων να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές γεύμα δεν είναι απλά μια στατιστική. Είναι μια ανθρώπινη πραγματικότητα που αντικατοπτρίζει τις δομικές αδυναμίες της οικονομίας και της κοινωνικής πρόνοιας, απαιτώντας άμεσες και ουσιαστικές λύσεις.
Πηγή: eurostat

