Από τις Βρυξέλλες μέχρι την Ισπανία, η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι όσον αφορά την πράσινη μετάβαση. Ενώ το μπλοκ έχει θέσει φιλόδοξους στόχους για την παραγωγή πράσινου υδρογόνου, η πραγματικότητα στην αγορά αποδεικνύεται πολύ πιο περίπλοκη, με αρκετά μεγάλα έργα να εγκαταλείπουν τις επιδοτήσεις της ΕΕ. Αυτή η εξέλιξη απειλεί να εκτροχιάσει τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2030 και δημιουργεί ερωτηματικά για την αποτελεσματικότητα των υφιστάμενων πολιτικών.
Τα «αγκάθια» των χρηματοδοτήσεων
Οι Βρυξέλλες βρίσκονται σε έναν αγώνα δρόμου για να διαθέσουν τις επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Υδρογόνου, αλλά πολλά έργα καθυστερούν ή αποσύρονται. Ο λόγος, σύμφωνα με αρκετούς δικαιούχους, είναι τα άκαμπτα χρονοδιαγράμματα και οι όροι που δεν συμβαδίζουν με τις πραγματικές ανάγκες των κατασκευαστών.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο γαλλικός όμιλος διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων Meridiam SAS, ο οποίος απέρριψε 159 εκατομμύρια ευρώ για την κατασκευή δύο ηλεκτρολυτών στη Γερμανία. Αυτό, σε συνδυασμό με την αποχώρηση μιας ακόμη γερμανικής εταιρείας, σημαίνει ότι κανένα από τα γερμανικά έργα υδρογόνου δεν χρησιμοποιεί επί του παρόντος τις επιδοτήσεις της ΕΕ, παρόλο που η Γερμανία θεωρείται η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης.
Παρόμοιες αποχωρήσεις έχουν σημειωθεί και σε άλλες χώρες. Στην Ισπανία, το έργο Catalina, δυναμικότητας 500 μεγαβάτ, επέλεξε να προχωρήσει με εθνική χρηματοδότηση αντί για την ευρωπαϊκή. Στην Ολλανδία, η Vattenfall AB απέσυρε τις επιδοτήσεις για το έργο Zeevonk, καθώς η καθυστέρηση στην κατασκευή ενός κρίσιμου αγωγού καθιστούσε αδύνατη την τήρηση του χρονοδιαγράμματος.
Συνολικά, έργα με ισχύ περίπου 1,6 γιγαβάτ έχουν αποσυρθεί από το πρόγραμμα επιδοτήσεων της ΕΕ, σε σύγκριση με περίπου 3,8 γιγαβάτ συνολικής δημοπρατούμενης ισχύος. Αυτή η εικόνα αποκαλύπτει ένα σοβαρό χάσμα μεταξύ των υψηλών φιλοδοξιών και της σκληρής πραγματικότητας της αγοράς.

Κριτική και προβληματισμοί για τις δημοπρασίες
Ο πρώτος γύρος δημοπρασιών δέχτηκε έντονη κριτική, ιδίως από χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Σύμφωνα με αυτές, οι όροι ευνοούσαν έργα που εδρεύουν σε χώρες με άφθονες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως αυτές στη Σκανδιναβία και την Ιβηρική χερσόνησο. Αυτό τους επέτρεπε να υποβάλουν πιο επιθετικές προσφορές, αφήνοντας πίσω άλλες περιοχές.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πάντως, δηλώνει ότι οι διαδικασίες για τη σύναψη συμφωνιών βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη και αρνείται να σχολιάσει συγκεκριμένα έργα. Παρά τις αποχωρήσεις, οι Βρυξέλλες συνεχίζουν ακάθεκτες.

Η συνέχεια με την τρίτη δημοπρασία
Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Υδρογόνου έχει ήδη προγραμματίσει την τρίτη δημοπρασία, με προϋπολογισμό 1,1 δισεκατομμύρια ευρώ, στο πλαίσιο του Ταμείου Καινοτομίας. Η χρηματοδότηση θα κατανεμηθεί σε τρεις τομείς:
- 400 εκατομμύρια ευρώ για ανανεώσιμο και χαμηλών εκπομπών άνθρακα υδρογόνο.
- 400 εκατομμύρια ευρώ αποκλειστικά για ανανεώσιμο υδρογόνο (RFNBO).
- 200 εκατομμύρια ευρώ για χρήση υδρογόνου στη ναυτιλία, με δυνατότητα αύξησης έως 100 εκατομμύρια ευρώ από εθελοντικές συνεισφορές χωρών.
Σε αυτή τη δημοπρασία, η αξιολόγηση των έργων θα βασιστεί αποκλειστικά στην τιμή, με ανώτατο όριο τα 4 ευρώ ανά κιλό παραγόμενου υδρογόνου.
Στόχος της ΕΕ είναι να δημιουργήσει μια ισχυρή αγορά για το πράσινο καύσιμο και να πετύχει τον στόχο του σχεδίου REPowerEU για την παραγωγή 10 εκατομμυρίων τόνων εγχώριου ανανεώσιμου υδρογόνου έως το 2030. Ωστόσο, οι πρόσφατες αποχωρήσεις φανερώνουν ότι η πορεία προς αυτόν τον στόχο είναι γεμάτη προκλήσεις. Η Ευρώπη καλείται να βρει λύσεις που θα ευθυγραμμίσουν τους φιλόδοξους κλιματικούς της στόχους με τις πρακτικές ανάγκες της βιομηχανίας.

