Η Ελλάδα κατέγραψε μια ιδιαίτερα σημαντική επίδοση στον ενεργειακό χάρτη της Ευρώπης για το 2024, καθώς πλέον συγκαταλέγεται στην προνομιούχα ομάδα των χωρών που παράγουν περισσότερο από το μισό του ηλεκτρισμού τους από καθαρές πηγές. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το μερίδιο των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στην ακαθάριστη κατανάλωση ηλεκτρισμού της χώρας ανήλθε στο 51,2%, ξεπερνώντας το ψυχολογικό και ουσιαστικό φράγμα του 50%. Η επίδοση αυτή τοποθετεί την Ελλάδα σε υψηλότερη θέση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η Ελλάδα ξεπερνά τον ευρωπαϊκό μέσο όρο
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα είναι εξίσου θετική, με τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας να καλύπτουν το 47,5% της ακαθάριστης κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2024. Το ποσοστό αυτό σηματοδοτεί μια σαφή αύξηση κατά 2,1 ποσοστιαίες μονάδες σε σύγκριση με το 2023, πιστοποιώντας τη συνεχή ανοδική πορεία του κλάδου. Αξίζει να σημειωθεί ότι η συμμετοχή των ΑΠΕ έχει σχεδόν τριπλασιαστεί από την αρχή της χρονοσειράς καταγραφής των στοιχείων, σημειώνοντας άνοδο 30 ποσοστιαίων μονάδων μέσα σε δύο δεκαετίες. Συγκεκριμένα, το μερίδιο βρισκόταν στο χαμηλό 15,9% το 2004, αυξήθηκε στο 28,6% το 2014, για να εκτιναχθεί στο σημερινό 47,5% το 2024.
Αναλύοντας το μείγμα των ανανεώσιμων πηγών που τροφοδότησαν τα δίκτυα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αιολική και η υδροηλεκτρική ενέργεια αποτέλεσαν τους βασικούς πυλώνες, καλύπτοντας αθροιστικά σχεδόν τα δύο τρίτα της συνολικής παραγωγής από ΑΠΕ. Η αιολική ενέργεια κατέλαβε την πρώτη θέση με ποσοστό 38,0% του συνόλου, ενώ η υδροηλεκτρική ενέργεια ακολούθησε με ποσοστό 26,4%. Η ηλιακή ενέργεια βρέθηκε στην τρίτη θέση, συνεισφέροντας το 23,4% της πράσινης ηλεκτροπαραγωγής, ενώ τα στερεά βιοκαύσιμα και οι λοιπές ανανεώσιμες πηγές συμπλήρωσαν το ενεργειακό παζλ με ποσοστά 5,8% και 6,4% αντίστοιχα, διαμορφώνοντας ένα πολυδιάστατο σύστημα παραγωγής.
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στη ραγδαία ανάπτυξη της ηλιακής ενέργειας, η οποία αναδεικνύεται ως η ταχύτερα αναπτυσσόμενη πηγή ηλεκτρισμού στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια. Τα στατιστικά δεδομένα αποκαλύπτουν μια εντυπωσιακή διαδρομή, καθώς το 2008 η ηλιακή ενέργεια αντιπροσώπευε μόλις το 1% της ηλεκτροπαραγωγής από ΑΠΕ. Μέσα σε 16 χρόνια, η παραγωγή εκτοξεύθηκε από τις μόλις 7,4 τεραβατώρες (TWh) το 2008 στις 304 TWh το 2024. Αυτή η εκθετική αύξηση καταδεικνύει τη μαζική στροφή στις επενδύσεις φωτοβολταϊκών συστημάτων και την τεχνολογική ωρίμανση του κλάδου, που πλέον αποτελεί κρίσιμο συστατικό της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής.
Οι πρωταθλητές της πράσινης ενέργειας στην Ευρώπη
Εξετάζοντας τις επιδόσεις των χωρών μελών, η Αυστρία και η Σουηδία κατέχουν τα σκήπτρα της πράσινης ενέργειας, με ποσοστά που προκαλούν εντύπωση σε παγκόσμιο επίπεδο. Τα στοιχεία δείχνουν ότι περισσότερο από το 75% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώθηκε το 2024 προήλθε από ανανεώσιμες πηγές στην Αυστρία, η οποία έφτασε το εντυπωσιακό 90,1% βασιζόμενη κυρίως στα υδροηλεκτρικά. Ακολουθεί η Σουηδία με ποσοστό 88,1%, αξιοποιώντας έναν συνδυασμό υδροηλεκτρικών και αιολικών, και η Δανία με 79,7%, η οποία στηρίζεται πρωτίστως στην αιολική ενέργεια. Αυτές οι χώρες αποτελούν τα παραδείγματα προς μίμηση για την υπόλοιπη ήπειρο.
Πέραν των τριών πρωτοπόρων, μια σειρά από άλλες ευρωπαϊκές χώρες κατάφεραν να ξεπεράσουν το όριο του 50% στη χρήση ανανεώσιμων πηγών, αποδεικνύοντας τη γενικευμένη τάση προς την αειφορία. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν η Πορτογαλία με ποσοστό 65,8%, η Ισπανία με 59,7% και η Κροατία με 58,0%. Επίσης, υψηλές επιδόσεις κατέγραψαν η Λετονία με 55,5%, η Φινλανδία με 54,3% και η Γερμανία με 54,1%. Την ομάδα αυτή συμπληρώνουν η Ελλάδα με το προαναφερθέν 51,2% και η Ολλανδία με 50,5%, διαμορφώνοντας έναν ισχυρό πυρήνα χωρών που οδηγούν την ενεργειακή μετάβαση.
Στον αντίποδα της κλίμακας βρίσκονται κράτη μέλη που εξακολουθούν να υστερούν σημαντικά στην ενσωμάτωση των ΑΠΕ στο ενεργειακό τους μείγμα, παραμένοντας κάτω από το όριο του 25%. Το χαμηλότερο ποσοστό καταγράφηκε στη Μάλτα, όπου οι ανανεώσιμες πηγές κάλυψαν μόλις το 10,7% των αναγκών σε ηλεκτρισμό. Ακολουθούν η Τσεχία με 17,9% και το Λουξεμβούργο με 20,5%. Στις τελευταίες θέσεις της κατάταξης συναντάμε επίσης την Ουγγαρία και την Κύπρο, αμφότερες με ποσοστό 24,1%, καθώς και τη Σλοβακία με 24,9%, γεγονός που υπογραμμίζει τις σημαντικές ανισότητες που παραμένουν εντός της Ένωσης.

