Η ιστορία της αυτοκίνησης την τελευταία δεκαετία σημαδεύτηκε από μια λέξη που οι κατασκευαστές θα ήθελαν να διαγράψουν από το λεξιλόγιό τους: «Dieselgate». Παρόλο που η Volkswagen ήταν η πρώτη που βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, η σκόνη από εκείνη την περιβαλλοντική και ηθική κρίση δεν έχει κατακαθίσει ακόμα. Η πρόσφατη είδηση ότι η Mercedes-Benz κατέληξε σε συμβιβασμό ύψους σχεδόν 150 εκατομμυρίων δολαρίων στις ΗΠΑ για να διευθετήσει ομαδική αγωγή που αφορούσε «πειραγμένο» λογισμικό σε πετρελαιοκίνητα οχήματα, έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι η εμπιστοσύνη ανάμεσα στην αυτοκινητοβιομηχανία και το κοινό παραμένει σε εύθραυστη ισορροπία.
Το χρονικό της υπόθεσης
Η υπόθεση, η οποία εκδικάστηκε σε ομοσπονδιακό δικαστήριο του Νιου Τζέρσεϊ, αφορούσε την κατηγορία ότι η Mercedes χρησιμοποίησε «συσκευές αναστολής» (defeat devices) σε ορισμένα μοντέλα BlueTEC diesel. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, οι συσκευές αυτές ήταν προγραμματισμένες να αναγνωρίζουν πότε το αυτοκίνητο υποβάλλεται σε εργαστηριακές δοκιμές εκπομπών ρύπων. Σε αυτές τις συνθήκες, το όχημα περιόριζε δραστικά την εκπομπή οξειδίων του αζώτου (NOx). Ωστόσο, στον πραγματικό κόσμο, στον δρόμο, το σύστημα απενεργοποιούνταν, επιτρέποντας στους ρύπους να εκτοξεύονται σε επίπεδα πολλαπλάσια των νόμιμων ορίων.
Ο συμβιβασμός των 147,5 εκατομμυρίων δολαρίων αποτελεί το επιστέγασμα μιας πολυετούς δικαστικής διαμάχης. Από αυτά τα χρήματα, περίπου 110 εκατομμύρια δολάρια προορίζονται για την αποζημίωση των ιδιοκτητών και των κατόχων leasing των επίμαχων οχημάτων, ενώ το υπόλοιπο ποσό καλύπτει δικαστικά έξοδα και άλλες δαπάνες.

Η στρατηγική της «άρνησης» και η πραγματικότητα
Είναι αξιοσημείωτο ότι η Mercedes-Benz, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, αρνήθηκε οποιαδήποτε υπαιτιότητα ή παραβίαση του νόμου. Η επίσημη γραμμή της εταιρείας παραμένει ότι ο συμβιβασμός επήλθε για να αποφευχθεί το τεράστιο κόστος και η αβεβαιότητα μιας παρατεταμένης δίκης. Ωστόσο, για εμάς που παρακολουθούμε στενά την πράσινη μετάβαση, η «άρνηση» αυτή έχει μικρή σημασία μπροστά στο μέγεθος του προστίμου.
Στον δημοσιογραφικό κόσμο και στην αγορά, το ποσό αυτό ερμηνεύεται ως μια παραδοχή ότι η εποχή των «καθαρών ντίζελ» ήταν σε μεγάλο βαθμό ένα επικοινωνιακό οικοδόμημα που βασίστηκε σε τεχνολογικές αλχημείες. Η Mercedes, που επενδύει δισεκατομμύρια για να μετατραπεί σε μια αμιγώς ηλεκτρική μάρκα, αναγκάζεται τώρα να πληρώσει τις αμαρτίες ενός παρελθόντος που πίστευε ότι είχε αφήσει πίσω της.
Η περιβαλλοντική διάσταση: Γιατί μας αφορά;
Γιατί ένας τέτοιος συμβιβασμός είναι σημαντικός για το κλίμα και την πράσινη ανάπτυξη; Τα οξείδια του αζώτου (NOx) δεν είναι απλώς αριθμοί σε μια έκθεση. Είναι ρύποι άμεσα συνδεδεμένοι με αναπνευστικά προβλήματα, καρδιαγγειακές παθήσεις και την πρόκληση όξινης βροχής. Όταν μια εταιρεία με το κύρος της Mercedes παρακάμπτει τους ελέγχους, δεν εξαπατά απλώς τους πελάτες της· υπονομεύει τη δημόσια υγεία και την παγκόσμια προσπάθεια για μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος των μεταφορών.
Η πράσινη ανάπτυξη απαιτεί διαφάνεια. Αν οι καταναλωτές δεν μπορούν να εμπιστευτούν τα δεδομένα που παρέχουν οι κατασκευαστές για τους ρύπους, τότε ολόκληρη η στρατηγική της «βιώσιμης κινητικότητας» κινδυνεύει να καταρρεύσει σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Η υπόθεση αυτή λειτουργεί ως προειδοποίηση και για την τρέχουσα μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση: οι ισχυρισμοί για την αυτονομία των μπαταριών και το ανθρακικό αποτύπωμα της παραγωγής πρέπει να ελέγχονται με αυστηρότητα, ώστε να μην έχουμε ένα «Electric-gate» στο μέλλον.

Η επόμενη μέρα για την αυτοκινητοβιομηχανία
Ο συμβιβασμός των 150 εκατ. δολαρίων είναι μόνο ένα μέρος του συνολικού λογαριασμού. Ας μην ξεχνάμε ότι η Mercedes έχει ήδη συμφωνήσει σε προηγούμενους διακανονισμούς δισεκατομμυρίων με τις αμερικανικές αρχές (EPA και DOJ). Η πίεση πλέον μετατοπίζεται στο πώς η εταιρεία θα διαχειριστεί τη φήμη της.
Σήμερα, η Mercedes-Benz δηλώνει «all-in» στην ηλεκτροκίνηση. Όμως, τέτοιες ειδήσεις λειτουργούν ως «βαρίδια». Η αγορά απαιτεί από τους κολοσσούς όχι μόνο να παράγουν ηλεκτρικά αυτοκίνητα, αλλά να επιδείξουν και μια ριζική αλλαγή στην εταιρική τους κουλτούρα. Η πράσινη μετάβαση δεν είναι μόνο ζήτημα κινητήρων, είναι ζήτημα ειλικρίνειας.
Η διευθέτηση της αγωγής από τη Mercedes-Benz αποδεικνύει ότι οι περιβαλλοντικές παραβάσεις του παρελθόντος έχουν μακρά «ουρά» και βαρύ οικονομικό τίμημα. Σε μια εποχή που η κλιματική κρίση επιβάλλει αυστηρότατους κανόνες, η αυτοκινητοβιομηχανία δεν έχει πλέον το περιθώριο για «γκρίζες ζώνες». Ο συμβιβασμός αυτός αποτελεί ένα ηχηρό μήνυμα:
Η πράσινη ανάπτυξη δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε λογισμικά εξαπάτησης, καθώς το κόστος της αποκάλυψης θα υπερβαίνει πάντα το βραχυπρόθεσμο κέρδος της συγκάλυψης. Η αξιοπιστία είναι το πιο ακριβό εξάρτημα σε ένα αυτοκίνητο και η Mercedes μόλις πλήρωσε ένα μεγάλο μέρος του τιμήματος για να την επανακτήσει.

