Από το 2015, η Συμφωνία του Παρισιού αποτέλεσε ένα ιστορικό ορόσημο, ενσωματώνοντας για πρώτη φορά σχεδόν το σύνολο των χωρών του πλανήτη σε έναν κοινό στόχο: τον περιορισμό της αύξησης της μέσης παγκόσμιας θερμοκρασίας «αρκετά κάτω από τους 2,00C » σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα, με επιδίωξη τον 1,50C . Ωστόσο, η καινοτομία και ταυτόχρονα η βασική της αδυναμία, βρίσκεται στον τρόπο εφαρμογής της.
Η Παγίδα της Μη Δεσμευτικότητας: NDC’s και η «Κλίμακα Φιλοδοξίας»
Σε αντίθεση με το Πρωτόκολλο του Κιότο, το οποίο επέβαλε νομικά δεσμευτικούς στόχους μείωσης εκπομπών σε ένα μικρό σύνολο ανεπτυγμένων χωρών, η Συμφωνία του Παρισιού υιοθέτησε μια προσέγγιση «από κάτω προς τα πάνω». Κάθε κράτος (σχεδόν 200 πλέον) καλείται να ορίσει τη δική του Εθνικά Καθορισμένη Συνεισφορά (Nationally Determined Contribution – NDC), δηλαδή τις ενέργειες που θα αναλάβει για τη μείωση των εκπομπών του και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
Και εδώ έγκειται η «αδυναμία»: δεν υπάρχει κανένας νομικός μηχανισμός ή κύρωση που να υποχρεώνει μια χώρα να θέσει έναν συγκεκριμένο, φιλόδοξο στόχο ή, το κυριότερο, να τον επιτύχει.
Η «δεσμευτικότητα» αφορά αποκλειστικά στην υποχρέωση της υποβολής και της τακτικής ανανέωσης (κάθε πέντε χρόνια) των NDC’s, με την προϋπόθεση ότι κάθε νέος στόχος θα είναι πιο φιλόδοξος από τον προηγούμενο («αρχή της προόδου» ή «κύκλος φιλοδοξίας»).

Η Δύναμη της Διαφάνειας και του Παγκόσμιου Απολογισμού
Παρόλα αυτά, αυτή η φαινομενική νομική χαλαρότητα είναι, σύμφωνα με πολλούς ειδικούς, η μεγαλύτερη δύναμη της Συμφωνίας. Γιατί;
-
Καθολική Συμμετοχή: Επιτρέποντας στα κράτη να ορίζουν τους δικούς τους στόχους, η Συμφωνία εξασφάλισε την καθολική συμμετοχή, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ (παρά την προσωρινή αποχώρηση επί Τραμπ) και των μεγάλων αναπτυσσόμενων ρυπαντών όπως η Κίνα και η Ινδία. Η συμπερίληψη όλων των χωρών στον αγώνα είναι ζωτικής σημασίας για την αντιμετώπιση ενός παγκόσμιου προβλήματος.
-
Μηχανισμός Πίεσης: Το κλειδί είναι ο Μηχανισμός Διαφάνειας και ο Παγκόσμιος Απολογισμός (Global Stocktake). Κάθε χώρα υποχρεούται να αναφέρει με διαφάνεια την πρόοδό της. Ο Παγκόσμιος Απολογισμός (ο πρώτος πραγματοποιήθηκε στην COP28 το 2023) είναι η διαδικασία αξιολόγησης της συλλογικής προόδου του πλανήτη προς τους στόχους της Συμφωνίας. Αυτή η διαδικασία δεν οδηγεί σε κυρώσεις, αλλά εκθέτει δημόσια τις χώρες που υστερούν.
-
Δυναμική της Κοινωνικής και Οικονομικής Πίεσης: Η έλλειψη νομικών κυρώσεων αντικαθίσταται από την κοινωνική, πολιτική και οικονομική πίεση. Η διαφάνεια των NDC’s και των Απολογισμών επιτρέπει:
-
Την πίεση από την κοινή γνώμη και τις οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών.
-
Την πίεση από τις διεθνείς αγορές και τον ιδιωτικό τομέα (π.χ. επενδύσεις που ευθυγραμμίζονται με το κλίμα).
-
Την διπλωματική πίεση μεταξύ των κρατών.
-
Η λογική είναι απλή: η δημόσια αποκάλυψη ότι οι εθνικοί στόχοι δεν επαρκούν για τον περιορισμό της θέρμανσης στον 1,50C (όπως έδειξε ο Παγκόσμιος Απολογισμός του 2023) ωθεί τα κράτη να «ανεβάσουν» τη φιλοδοξία τους στον επόμενο κύκλο. Η Συμφωνία λειτουργεί ως ένα πλαίσιο επανειλημμένων και ενισχυόμενων προσπαθειών, βασιζόμενο στην «ηθική» και τη «διπλωματική» δέσμευση, παρά στη νομική επιβολή.

Η Σκληρή Πραγματικότητα: Υπέρβαση του 1,5°C
Δυστυχώς, η πραγματικότητα επιβεβαιώνει την αδυναμία του συστήματος. Δέκα χρόνια μετά την υπογραφή, τα νεότερα δεδομένα από υπηρεσίες όπως ο ευρωπαϊκός Copernicus, δείχνουν ότι ο κόσμος όχι μόνο είναι θερμότερος από ποτέ, αλλά και ότι η υπέρβαση του ορίου του 1,50C σε κλίμακα έτους ή ακόμα και τριετίας είναι πλέον πιθανή.
Οι υποσχέσεις των υφιστάμενων NDC’s είναι ανεπαρκείς για την επίτευξη των στόχων του Παρισιού. Οι εκπομπές εξακολουθούν να αυξάνονται, παρά τις επενδύσεις-ρεκόρ στην καθαρή ενέργεια. Αυτό υπογραμμίζει την κρίσιμη ανάγκη για επιτάχυνση των δράσεων μείωσης των εκπομπών κατά 80% επιπλέον των σημερινών εθνικά καθορισμένων συνεισφορών, προκειμένου να διατηρηθεί ζωντανή η πιθανότητα για τους 2,00C, έστω, για τον 1,50C.
Η Συμφωνία ως Καθρέφτης της Παγκόσμιας Συνείδησης
Η Συμφωνία του Παρισιού δεν είναι ένα τέλειο, αστραφτερό νομικό εργαλείο. Είναι ένα ζωντανό, εξελισσόμενο σύμφωνο, όπου η «αδυναμία» της νομικής μη-δεσμευτικότητας είναι η «δύναμη» της πολιτικής συμπερίληψης και της συνεχούς προσαρμογής. Το μοντέλο των NDC’s, της Διαφάνειας και του Παγκόσμιου Απολογισμού (Global Stocktake) αποτελεί μια καινοτόμο μορφή «κλιματικής διακυβέρνησης», η οποία βασίζεται λιγότερο στην επιβολή και περισσότερο στην εμπιστοσύνη, την αμοιβαία πίεση και την ηθική ευθύνη.
H Συμφωνία έχει επιτύχει να ευθυγραμμίσει τις χρηματοδοτικές ροές και τις μακροπρόθεσμες στρατηγικές (LT-LEDS) προς μια αναπτυξιακή πορεία χαμηλών εκπομπών άνθρακα. Ωστόσο, η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται τελικά από την πολιτική βούληση των κρατών να μετατρέψουν τις «φιλοδοξίες» τους σε πραγματική και άμεση δράση. Η ελπίδα για το κλίμα δεν βρίσκεται σε ένα νομικό κείμενο, αλλά στην δυναμική που αυτό το κείμενο έχει απελευθερώσει, αναγκάζοντας τον κόσμο να κοιτάξει κατάματα την κρίση και να λογοδοτήσει. Η επόμενη πενταετία είναι κρίσιμη, και η πίεση για ενίσχυση των NDC’s πρέπει να είναι αδυσώπητη.

