Η ετήσια έκθεση του Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP) δεν αφήνει περιθώρια για αισιοδοξία. Παρά τις διακηρύξεις των κυβερνήσεων, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου παραμένουν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ η «τρύπα» μεταξύ των σημερινών πολιτικών και των αναγκαίων μειώσεω, το λεγόμενο emissions gap, συνεχίζει να μεγαλώνει.
Αν εφαρμοστούν μόνο οι σημερινές δεσμεύσεις (τα λεγόμενα NDCs), η Γη οδεύει προς μια θερμοκρασιακή αύξηση 2,5 °C έως 2,8 °C μέχρι το 2100. Αντίθετα, για να συγκρατηθεί η υπερθέρμανση στον στόχο του 1,5 °C, θα απαιτούνταν μείωση των παγκόσμιων εκπομπών κατά περίπου 55% ως το 2035 σε σχέση με τα επίπεδα του 2019.
Πρόκειται για ένα φιλόδοξο, αλλά όχι ανέφικτο, σενάριο. Όπως σημειώνει η έκθεση, οι τεχνολογικές λύσεις υπάρχουν ήδη: ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, πράσινα καύσιμα, ενεργειακή αποδοτικότητα, εξηλεκτρισμός της βιομηχανίας και των μεταφορών. Αυτό που λείπει είναι η πολιτική βούληση να εφαρμοστούν με την ταχύτητα και το εύρος που απαιτείται.

Η οικονομία της μετάβασης: από το κόστος στην επένδυση
Η έκθεση του UNEP τονίζει ότι η «πράσινη μετάβαση» δεν είναι οικονομική απειλή αλλά αναπτυξιακή ευκαιρία. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το κόστος της αδράνειας υπερβαίνει κατά πολύ το κόστος της δράσης. Οι φυσικές καταστροφές, η απώλεια γεωργικής παραγωγής, η μετανάστευση λόγω κλιματικών κρίσεων και η πίεση στα δημόσια οικονομικά είναι ήδη πραγματικότητα.
Αντιθέτως, η επένδυση σε καθαρή ενέργεια, σε ανθεκτικές υποδομές και στην κυκλική οικονομία μπορεί να δημιουργήσει εκατομμύρια θέσεις εργασίας και να ενισχύσει την ενεργειακή ανεξαρτησία των κρατών. Χώρες που προχώρησαν σε ριζικές πολιτικές για το κλίμα όπως η Δανία, η Νορβηγία ή η Κορέα, βλέπουν ήδη θετικά οικονομικά αποτελέσματα.
Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (European Green Deal) είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικού σχεδίου που συνδυάζει την οικολογική αναγκαιότητα με την οικονομική στρατηγική. Όμως και αυτή χρειάζεται επιτάχυνση, συνέπεια και κυρίως κοινωνική δικαιοσύνη, ώστε η μετάβαση να μην αφήσει πίσω της «ενεργειακούς φτωχούς» και ανισότητες.

Η πολιτική ευθύνη και το ηθικό δίλημμα
Η UNEP θέτει με σαφήνεια το ερώτημα: ποιος θα πληρώσει το τίμημα της αλλαγής; Οι πλούσιες χώρες φέρουν το μεγαλύτερο ιστορικό βάρος των εκπομπών και οφείλουν να στηρίξουν χρηματοδοτικά τις αναπτυσσόμενες, οι οποίες αντιμετωπίζουν τα πιο σκληρά αποτελέσματα χωρίς να έχουν προκαλέσει την κρίση.
Η χρηματοδότηση για την προσαρμογή και τον μετριασμό παραμένει ανεπαρκής. Τα 100 δισ. δολάρια ετησίως που είχαν υποσχεθεί οι ανεπτυγμένες χώρες για την υποστήριξη των πιο ευάλωτων οικονομιών ακόμη δεν έχουν διατεθεί πλήρως. Αυτό το έλλειμμα αξιοπιστίας υπονομεύει κάθε προσπάθεια παγκόσμιας συνεργασίας.
Η πολιτική, λοιπόν, βρίσκεται στο κέντρο της λύσης. Δεν είναι τεχνικό το πρόβλημα, είναι πολιτικό και ηθικό: αφορά τη διανομή πόρων, την αναθεώρηση προτεραιοτήτων, τη σύγκρουση με ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, τη διαμόρφωση μιας νέας σχέσης κοινωνίας και φύσης.
Η φωνή των πολιτών και των νέων γενεών
Απέναντι στην αδράνεια των κυβερνήσεων, όλο και περισσότερες κοινωνίες αντιδρούν. Από τα κινήματα των νέων για το κλίμα, μέχρι τις τοπικές πρωτοβουλίες πράσινης ανάπτυξης, αναπτύσσεται μια νέα κουλτούρα περιβαλλοντικής συνείδησης.
Η πίεση από τα κάτω είναι πλέον καθοριστικός παράγοντας. Οι πολίτες δεν αρκούνται πια σε υποσχέσεις. Ζητούν λογοδοσία, διαφάνεια και αποτελέσματα. Σε πολλές χώρες, η ψήφος έχει αρχίσει να καθορίζεται και από τη στάση των κομμάτων απέναντι στην κλιματική κρίση.
Η δημοκρατία, άλλωστε, δεν μπορεί να είναι αδιάφορη μπροστά στην υπαρξιακή απειλή του αιώνα. Το δικαίωμα σε καθαρό αέρα, σε ασφαλές περιβάλλον, σε βιώσιμο μέλλον είναι θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα. Και αυτό είναι το νέο «κοινωνικό συμβόλαιο» που η πολιτική καλείται να οικοδομήσει.

Η έκθεση του UNEP δεν είναι απλώς μια επιστημονική μελέτη είναι πολιτικό κάλεσμα αφύπνισης. Δείχνει καθαρά ότι το παράθυρο δράσης στενεύει, αλλά δεν έχει κλείσει. Το επόμενο δεκαετές διάστημα θα καθορίσει την πορεία του πλανήτη για αιώνες.
Η λύση δεν θα έρθει ούτε από την τεχνολογία μόνη της ούτε από την ατομική ευσυνειδησία των πολιτών, θα έρθει από πολιτική ηγεσία με θάρρος, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και διεθνή συνεργασία. Οι κυβερνήσεις πρέπει να θέσουν το κλίμα στο επίκεντρο κάθε δημόσιας πολιτικής, από την ενέργεια και τη γεωργία έως τη φορολογία και την παιδεία.
Η κλιματική κρίση είναι ο καθρέφτης της πολιτικής μας ωριμότητας. Αν συνεχίσουμε να μετράμε το βραχυπρόθεσμο πολιτικό κόστος, θα χάσουμε το μακροπρόθεσμο ανθρώπινο μέλλον. Αν όμως τολμήσουμε να επενδύσουμε στη βιωσιμότητα, μπορούμε να μετατρέψουμε τον φόβο σε ελπίδα και την κρίση σε ευκαιρία αναγέννησης.
Η στιγμή της επιλογής είναι τώρα.
Η πολιτική που θα αγνοήσει το κλίμα, αγνοεί το μέλλον.
Η πολιτική που θα το αγκαλιάσει, μπορεί να σώσει τον κόσμο.

