Σε έναν κόσμο που βρίσκεται αντιμέτωπο με την κλιματική κρίση, η ραγδαία επέκταση της Γενετικής Τεχνητής Νοημοσύνης (GenAI) εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη δέσμευση της τεχνολογικής βιομηχανίας για βιωσιμότητα. Ενώ οι κολοσσοί της τεχνολογίας, οι επονομαζόμενοι «Ψηφιακοί Άρχοντες» (όπως η Google, η Meta και η Microsoft), υπόσχονται «πράσινη» μετάβαση, ειδικοί κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις αυξανόμενες ενεργειακές τους απαιτήσεις και το δυσανάλογο ανθρακικό αποτύπωμα που αφήνουν.
Η εκθετική αύξηση της GenAI έχει πυροδοτήσει μια άνευ προηγουμένου ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια, οδηγώντας σε μαζική κατασκευή Κέντρων Δεδομένων. Η κ. Benedetta Brevini, επισκέπτρια καθηγήτρια στο NYU και ειδική στην πολιτική οικονομία της επικοινωνίας και της τεχνολογίας, υπογραμμίζει πως αυτή η τάση όχι μόνο αυξάνει τις εκπομπές ρύπων, αλλά επιβαρύνει και τους υδάτινους πόρους.
«Βλέπουμε όλο και περισσότερα Κέντρα Δεδομένων να χτίζονται σε περιοχές όπου οι φυσικοί πόροι είναι ήδη σπάνιοι», τονίζει η Brevini. Αυτή η «άδεσμευτη» ανάπτυξη δημιουργεί κοινωνικές ανισότητες, καθώς κοινότητες που αντιμετωπίζουν ξηρασίες ή πλημμύρες καλούνται να «φιλοξενήσουν» υποδομές που ανταγωνίζονται τους πολίτες για το νερό, χωρίς μάλιστα να προσφέρουν σημαντικές θέσεις εργασίας. Το ερώτημα είναι σαφές: «Χρησιμοποιούμε το νερό για τους πολίτες μας ή για τα Κέντρα Δεδομένων; Αξίζει αυτός ο συμβιβασμός απλώς και μόνο για να μετατρέψουμε ένα βιογραφικό σε ποίημα;»

Η συζήτηση για την περιβαλλοντική επίπτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν μπορεί να περιοριστεί στα Κέντρα Δεδομένων. Η κ. Brevini επιμένει ότι πρέπει να εξεταστεί ο πλήρης κύκλος ζωής και η παγκόσμια αλυσίδα εφοδιασμού της ΤΝ.
Αυτό περιλαμβάνει την εξόρυξη σπάνιων μετάλλων, την ενέργεια που καταναλώνεται για την κατασκευή των τσιπ (όπως η εκτόξευση της ζήτησης για τσιπ της Nvidia) και το τεράστιο κύμα Ηλεκτρονικών Αποβλήτων (E-Απόβλητα) που παράγεται από την ταχεία αντικατάσταση του εξοπλισμού. Η παρακολούθηση του ανθρακικού αποτυπώματος, της κατανάλωσης νερού και του τελικού προορισμού των συσκευών είναι ζωτικής σημασίας για την κατανόηση του πραγματικού κόστους.

Προκειμένου να περιοριστεί η κλιματική επίπτωση της ΤΝ, οι λύσεις πρέπει να είναι τόσο τεχνολογικές όσο και πολιτικές.
- Πράσινο Λογισμικό και Υποδομές: Η έρευνα για το πρασίνισμα του λογισμικού και των Κέντρων Δεδομένων είναι κρίσιμη.
- Εκπαίδευση στη Βιωσιμότητα (Green AI Literacy): Απαιτείται εκτεταμένη επένδυση στην «πράσινη παιδεία» της ΤΝ. Οι επιστήμονες δεδομένων και οι ερευνητές, οι οποίοι συχνά έχουν στη διάθεσή τους «άπειρους πόρους» ενώ χρειάζονται το ένα τρίτο, πρέπει να εκπαιδευτούν ώστε να θέτουν τη βιωσιμότητα ως πρώτη προτεραιότητα και να μειώνουν την περιττή χρήση υπολογιστικής ισχύος.
- Επιλογή Τεχνολογίας: Η κοινωνία πρέπει να επιλέξει ποιες εφαρμογές ΤΝ είναι απαραίτητες (π.χ. στην ιατρική διάγνωση) και ποιες είναι απλές σπατάλες πόρων εν μέσω κλιματικής κρίσης.
Η κ. Brevini καταλήγει με μια ριζοσπαστική πρόταση: Εφόσον η ΤΝ αποτελεί πλέον ένα δημόσιο αγαθό ζωτικής σημασίας, γιατί να μην απομακρυνθούν οι κρίσιμες υποδομές της από τον έλεγχο των «Ψηφιακών Αρχόντων» και να γίνουν δημόσιες, όπως συνέβη ιστορικά με τον ραδιοτηλεοπτικό τομέα; Η επανασύλληψη ενός διαφορετικού, βιώσιμου μέλλοντος, μακριά από την ασύδοτη λογική της αγοράς, είναι ο μόνος δρόμος.

