Η παγκόσμια γεωπολιτική σκηνή αλλάζει, και τα νέα «όπλα» αποτροπής δεν είναι πλέον μόνο τα μαχητικά αεροσκάφη ή τα συστήματα πυραύλων. Όπως υποστηρίζει ο Κωνσταντίνος Γιαζιτζόγλου, Πρόεδρος του Συνδέσμου Μεταλλευτικών Επιχειρήσεων (ΣΜΕ), η στρατηγική ισχύς ενός έθνους θα κρίνεται όλο και περισσότερο από τα κρίσιμα ορυκτά, όπως το γάλλιο, το αντιμόνιο και το βολφράμιο, που είναι απαραίτητα για την τεχνολογική και ενεργειακή μετάβαση.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), που μέχρι πρόσφατα εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές από την Κίνα, προσπαθεί πλέον να ανακτήσει τη στρατηγική της αυτονομία. Η Κίνα, ως ο μεγαλύτερος παγκόσμιος παίκτης στον τομέα αυτό, έχει χρησιμοποιήσει τον έλεγχο των ορυκτών ως μέσο γεωπολιτικής πίεσης. Για να αντιμετωπίσει αυτή την εξάρτηση, η ΕΕ έχει εστιάσει στην αξιοποίηση των δικών της κοιτασμάτων
Τον Μάρτιο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε 47 στρατηγικά έργα, με στόχο την εξόρυξη και επεξεργασία κρίσιμων πρώτων υλών εντός ευρωπαϊκού εδάφους. Στο πλαίσιο αυτό, ξεχωρίζει μια ελληνική πρόταση: το επενδυτικό σχέδιο της Metlen, ύψους 295,5 εκατ. ευρώ, που αφορά την εξόρυξη και επεξεργασία βωξίτη, αλουμίνας, καθώς και την παραγωγή γαλλίου για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Το γάλλιο είναι κρίσιμο για την τεχνολογία των ημιαγωγών και άλλες εφαρμογές.

Παράλληλα, προχωράει και η επένδυση της Rockfire στους Μολάους Λακωνίας, όπου η εταιρεία στοχεύει στην εξόρυξη ψευδαργύρου και, κυρίως, γερμανίου. Το γερμάνιο, λόγω της σπανιότητάς του, έχει καταγράψει δραματική αύξηση στην τιμή του, γεγονός που καθιστά το έργο ιδιαίτερα σημαντικό. Οι κρίσιμες αυτές πρώτες ύλες είναι απαραίτητες για την παραγωγή ηλεκτρικών οχημάτων, φωτοβολταϊκών και αμυντικών συστημάτων, θεμελιώνοντας τη μετάβαση προς μια πράσινη και τεχνολογικά προηγμένη οικονομία.
Ενώ η γεωπολιτική σημασία των ορυκτών είναι αναμφισβήτητη, η υλοποίηση μεγάλων εξορυκτικών έργων συχνά προσκρούει στις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών. Οι πολίτες εκφράζουν φόβους για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, τη ρύπανση του νερού και τους κινδύνους για τη δημόσια υγεία.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο διεθνής διαγωνισμός για την εκμετάλλευση κοιτασμάτων αντιμονίου στη Βόρεια Χίο. Παρά το ενδιαφέρον μεγάλων εταιρειών, όπως η ΤΕΡΝΑ και η Λάβα, οι έντονες τοπικές διαμαρτυρίες και οι προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας (ΣτΕ) θέτουν σε κίνδυνο το εγχείρημα. Ο νομικός καθηγητής Πάνος Λαζαράτος ζήτησε την άμεση ακύρωση του διαγωνισμού, τονίζοντας ότι η περιοχή, μετά τις πρόσφατες πυρκαγιές, δεν μπορεί να αντέξει την πρόσθετη επιβάρυνση.

Αντίστοιχη είναι και η κατάσταση στη Σερβία, όπου η κυβέρνηση προσπαθεί να «ξεμπλοκάρει» την επένδυση του κολοσσού Rio Tinto για την εξόρυξη λιθίου. Παρά την υποστήριξη της ΕΕ και την οικονομική προοπτική για τη χώρα, οι μαζικές διαμαρτυρίες χιλιάδων πολιτών και η συλλογή 100.000 υπογραφών μαρτυρούν την ισχυρή αντίθεση στην περιοχή. Οι κάτοικοι φοβούνται ότι το έργο θα μολύνει τις πηγές νερού, θέτοντας σε κίνδυνο το περιβάλλον και την υγεία τους.
Η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα: πώς θα εξασφαλίσει τις απαραίτητες πρώτες ύλες για την οικονομική και ενεργειακή της μετάβαση, χωρίς να αγνοήσει τις ανησυχίες των πολιτών. Για να είναι πραγματικά βιώσιμα τέτοια έργα, απαιτείται ένα νέο «κοινωνικό συμβόλαιο».
Αυτό σημαίνει ότι οι κυβερνήσεις και οι εταιρείες πρέπει να κερδίσουν την εμπιστοσύνη των τοπικών κοινωνιών, παρέχοντας διαφάνεια, διασφαλίζοντας την τήρηση των περιβαλλοντικών κανόνων και προσφέροντας σαφή οφέλη. Μόνο με έναν τέτοιο διάλογο και με την αποκατάσταση της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ του κράτους και των πολιτών, μπορεί η Ευρώπη να αξιοποιήσει τις εγχώριες πηγές της και να οικοδομήσει ένα βιώσιμο μέλλον.
Μήπως τελικά, η πραγματική πρόκληση δεν είναι μόνο να βρούμε τα ορυκτά, αλλά να βρούμε τον τρόπο να τα εξορύξουμε με κοινωνική συναίνεση και περιβαλλοντική ευθύνη;

