Κατά τη διάρκεια της δεύτερης θητείας του Ντόναλντ Τραμπ, η πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών γύρω από την τιμολόγηση του άνθρακα αποδυναμώθηκε δραματικά, με την κυβέρνηση να στελεχώνεται από αρνητές της κλιματικής κρίσης. Κι όμως, η ανάγκη να κοστολογηθούν με ακρίβεια οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (ΑΘΘ) – όχι μόνο ως περιβαλλοντικό, αλλά και ως ηθικό και οικονομικό ζήτημα – είναι πιο επίκαιρη από ποτέ.
Το 2009, ο τότε Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα ανέθεσε στον ακαδημαϊκό Cass Sunstein, ειδικό στη συμπεριφορική οικονομία και συγγραφέα του παγκόσμιου best seller Nudge, τη διοίκηση του Γραφείου Πληροφοριών και Ρυθμιστικών Υποθέσεων (OIRA). Εκείνος προσπάθησε να εκσυγχρονίσει το ρυθμιστικό πλαίσιο του κράτους, ενσωματώνοντας το πραγματικό κόστος της κλιματικής υπερθέρμανσης στους κυβερνητικούς υπολογισμούς.
Για πρώτη φορά, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ επιχείρησε να ορίσει μια ενιαία, επιστημονικά θεμελιωμένη τιμή ανά τόνο διοξειδίου του άνθρακα (CO₂), η οποία θα αποτυπωνόταν σε όλες τις σχετικές πολιτικές – από την κατάργηση των ανθρακικών μονάδων μέχρι την επιδότηση καθαρών τεχνολογιών. Μόνο έτσι θα μπορούσε το κοινωνικό κόστος του άνθρακα να αντικατοπτριστεί σε ουσιαστικές αξιολογήσεις κόστους-οφέλους.
Αυτή η τιμή δεν αφορά μόνο το CO₂, αλλά δημιουργεί και το πλαίσιο για την τιμολόγηση και άλλων ρύπων όπως το μεθάνιο, ανάλογα με το ανθρωπογενές αποτύπωμα τους. Γι’ αυτό και ο Sunstein την αποκάλεσε «τον πιο σημαντικό αριθμό που δεν έχετε ακούσει ποτέ».
Η επιστήμη ανέλαβε να εκτιμήσει τις φυσικές επιπτώσεις των εκπομπών – όπως η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, τα ακραία καιρικά φαινόμενα και οι αλλαγές στα γεωργικά πρότυπα. Η οικονομία και η πολιτική, ωστόσο, έπρεπε να αποτιμήσουν την επίδραση αυτών των αλλαγών στην ανθρώπινη ευημερία. Το δίλημμα; Θα λάβουν οι ΗΠΑ υπόψη μόνο τους πολίτες τους, ή και τις φτωχότερες χώρες που πλήττονται δυσανάλογα;
Η κυβέρνηση Ομπάμα καθόρισε το κοινωνικό κόστος του άνθρακα στα 42 δολάρια ανά τόνο. Ο Τραμπ το μείωσε στα 5 δολάρια, ενώ η διοίκηση Μπάιντεν το ανέβασε στα 190 δολάρια, επαναφέροντας επιστημονικά και ηθικά κριτήρια. Κανείς δεν μπορεί σοβαρά να υποστηρίξει πως οι εκπομπές CO₂ είναι «δωρεάν», ιδίως όταν οι ίδιες οι ΗΠΑ βιώνουν ήδη τις επιπτώσεις της κλιματικής απορρύθμισης.
Ωστόσο, τον περασμένο μήνα, ο επικεφαλής του OIRA επί Τραμπ, Jeffrey Clark, ανέστειλε ουσιαστικά την ομοσπονδιακή προσέγγιση στον υπολογισμό αυτών των κόστους. Σε υπόμνημά του, έκανε λόγο για «υποτιθέμενες» κλιματικές αλλαγές, επαναφέροντας τη ρητορική της αμφισβήτησης της επιστήμης.
Αυτό αγνοεί κατάφωρα τις εκτιμήσεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) και τη συναίνεση της επιστημονικής κοινότητας. Η υποτίμηση της τιμής του άνθρακα δεν είναι απλώς αντιεπιστημονική∙ είναι και επικίνδυνη στρατηγικά.
Μετά την αποχώρησή του από την κυβέρνηση, ο Cass Sunstein συνέχισε να διερευνά την κλιματική ηθική στο βιβλίο του “Climate Justice: What Rich Nations Owe the World – and the Future”. Εκεί επιχειρηματολογεί ότι οι ΗΠΑ οφείλουν να υπολογίζουν το πλήρες, παγκόσμιο κόστος των εκπομπών τους. Η προσέγγιση αυτή συνδέεται τόσο με τον ωφελιμισμό του John Stuart Mill όσο και με τον κανόνα της αμοιβαιότητας των ηθικών παραδόσεων: να κάνεις για τους άλλους ό,τι θα ήθελες να κάνουν για εσένα.
Η άποψή του είναι σαφής: Η τιμολόγηση του άνθρακα δεν είναι μόνο πράξη ηθικής ευθύνης, αλλά και στρατηγική αναγκαιότητα. Καμία χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την κλιματική κρίση μεμονωμένα. Η διεθνής συνεργασία προϋποθέτει ότι κάθε κράτος θα ενσωματώσει στα μοντέλα πολιτικής του τα συμφέροντα και τις ανάγκες των υπολοίπων.
Μέχρι να υπάρξει κοινωνική και πολιτική ωρίμανση, μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση ίσως είναι η εξής: να υποστηρίξουμε την πράσινη μετάβαση με γνώμονα το άμεσο συμφέρον των δικών μας κοινωνιών, χωρίς να ξεχνάμε ποτέ το ηθικό καθήκον που έχουμε απέναντι στον υπόλοιπο πλανήτη και τις μελλοντικές γενιές.

