Στις παραγκουπόλεις και τις φτωχογειτονιές του Παγκόσμιου Νότου, από την Ινδονησία μέχρι τη Γουατεμάλα και την υποσαχάρια Αφρική, μια νέα, αόρατη υγειονομική κρίση εξαπλώνεται με ταχύτητα πυρκαγιάς. Εκατομμύρια άνθρωποι, στερημένοι από πρόσβαση σε καθαρά καύσιμα και ηλεκτρικό ρεύμα, έχουν μετατρέψει τους τόνους πλαστικών απορριμμάτων που πνίγουν τις κοινότητές τους στην κύρια πηγή ενέργειας για τις καθημερινές τους ανάγκες. Αυτό που για τον δυτικό κόσμο αποτελεί πρόβλημα διαχείρισης απορριμμάτων, για τους πιο φτωχούς κατοίκους του πλανήτη έχει γίνει ένα φθηνό, άμεσα διαθέσιμο αλλά άκρως τοξικό καύσιμο επιβίωσης.
Η Στατιστική του Τρόμου
Η παραγωγή πλαστικού παγκοσμίως έχει εκτοξευθεί από μερικά εκατομμύρια τόνους τη δεκαετία του 1950 σε σχεδόν μισό δισεκατομμύριο τόνους ετησίως σήμερα, με την πρόβλεψη να κάνει λόγο για τριπλασιασμό έως το 2060. Καθώς ένα ελάχιστο ποσοστό ανακυκλώνεται, εκατομμύρια τόνοι πλαστικού, φορτωμένοι με χημικά πρόσθετα, καταλήγουν στο περιβάλλον.
Σύμφωνα με μια νέα, αποκαλυπτική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Nature Communications, ερευνητές διεξήγαγαν έρευνα σε 26 χώρες, αποκαλύπτοντας την έκταση του φαινομένου. Το ένα τρίτο των ερωτηθέντων επιβεβαίωσε ότι η καύση πλαστικών σε παραδοσιακές εστίες μαγειρέματος είναι κοινή πρακτική. Σχεδόν οι μισοί έχουν γίνει μάρτυρες καύσης πλαστικού για την προετοιμασία γευμάτων, ενώ πάνω από το ένα τρίτο είδε ανθρώπους να χρησιμοποιούν το πλαστικό ως μέσο θέρμανσης των σπιτιών τους.

Ένα Τοξικό «Κοκτέιλ» στον Αέρα και την Τροφή
Το πλαστικό, ως παράγωγο των ορυκτών καυσίμων, αναφλέγεται εύκολα και παράγει έντονη θερμότητα, γεγονός που το καθιστά «ελκυστικό» για όσους δεν μπορούν να αγοράσουν ξύλα ή κάρβουνο. Ωστόσο, το τίμημα είναι βαρύ. Η καύση απελευθερώνει εξαιρετικά τοξικές ουσίες: αιωρούμενα σωματίδια, βαρέα μέταλλα, καρκινογόνες διοξίνες και φουράνια.
Αυτές οι ενώσεις δεν μολύνουν μόνο τον αέρα που αναπνέουν οι κάτοικοι, προκαλώντας χρόνια αναπνευστικά προβλήματα και καρδιαγγειακή πίεση, αλλά επικάθονται στο έδαφος, στο νερό και στην τροφή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα χωριό στην Ινδονησία, όπου η χρήση πλαστικού από παραγωγούς tofu οδήγησε στη μόλυνση των αυγών των τοπικών πουλερικών με διοξίνες σε επίπεδα που απειλούν άμεσα τη ζωή. Ακόμα πιο τρομακτικό είναι το γεγονός ότι οι άνθρωποι καίνε συχνά δοχεία που περιείχαν λιπάσματα, φυτοφάρμακα ή καθαριστικά, αυξάνοντας την τοξικότητα του καπνού.
Η Ανισότητα στην Πρώτη Γραμμή
Το πρόβλημα πλήττει δυσανάλογα τις γυναίκες και τα παιδιά, που περνούν τον περισσότερο χρόνο στις εστίες μαγειρέματος. Στη Γουατεμάλα, ερευνητές παρατήρησαν ότι οι γυναίκες χρησιμοποιούν πλαστικές σακούλες και μπουκάλια ως «προσάναμμα» για τα ξύλα, ενώ συχνά πετούν στη φωτιά κάθε συσκευασία που αδειάζουν. «Η μυρωδιά είναι έντονη, πνιγηρή, σαν να καίγονται λάστιχα αυτοκινήτων», αναφέρουν ειδικοί που έχουν επισκεφθεί τις περιοχές αυτές.
Παρά την ένταση του προβλήματος, η πρακτική αυτή παρέμενε μέχρι πρόσφατα «αόρατη» στην ακαδημαϊκή βιβλιογραφία και στις πολιτικές συζητήσεις. Οι ανεπτυγμένες χώρες συνεχίζουν να εξάγουν τα πλαστικά τους απορρίμματα στον Παγκόσμιο Νότο, την ώρα που οι υποδομές διαχείρισης αποβλήτων και πρόσβασης σε καθαρή ενέργεια σε αυτές τις περιοχές είναι σχεδόν ανύπαρκτες.

Μια Κρίση που Απαιτεί Δομικές Λύσεις
Η καύση πλαστικού στον Παγκόσμιο Νότο δεν είναι ένα περιβαλλοντικό ατύχημα, αλλά το άμεσο αποτέλεσμα της παγκόσμιας ανισότητας. Είναι η απέλπιδα προσπάθεια επιβίωσης ανθρώπων που έχουν εγκλωβιστεί ανάμεσα στην ακραία φτώχεια και την έλλειψη βασικών υποδομών.
Η απλή απαγόρευση της πρακτικής ή η ενημέρωση των κατοίκων για τους κινδύνους δεν αρκεί. Χωρίς την παροχή οικονομικά προσιτών και καθαρών πηγών ενέργειας, οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να καίνε ό,τι βρίσκουν γύρω τους για να ζεσταθούν και να τραφούν. Η διεθνής κοινότητα πρέπει να σταματήσει να αντιμετωπίζει το πλαστικό μόνο ως πρόβλημα ωκεανών και να αναγνωρίσει την υγειονομική βόμβα που εκρήγνυται στα σπίτια εκατομμυρίων ανθρώπων. Αν δεν περιοριστεί η παραγωγή πλαστικού και δεν διασφαλιστεί η ενεργειακή δικαιοσύνη, οι πιο ευάλωτοι πληθυσμοί θα συνεχίσουν να πληρώνουν το τίμημα της δικής μας υπερκατανάλωσης με την ίδια τους την υγεία.

