Τα περιβαλλοντικά φορολογικά έσοδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατέγραψαν αύξηση το 2023, φτάνοντας τα 341,5 δισεκατομμύρια ευρώ, έναντι 334,6 δισεκατομμυρίων ευρώ το 2022, σηματοδοτώντας μια άνοδο της τάξης του 2,1%. Ωστόσο, παρά την ονομαστική αυτή αύξηση, το μερίδιο των πράσινων φόρων στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (Α.Ε.Π.) της Ε.Ε. συνεχίζει να συρρικνώνεται, υποχωρώντας στο 2,0% το 2023 από 2,4% το 2010. Αντίστοιχα, το ποσοστό των περιβαλλοντικών φόρων ως προς το σύνολο των κρατικών εσόδων από φόρους και κοινωνικές εισφορές μειώθηκε από 6,3% σε 5,1% την ίδια περίοδο.

Αυτά τα στοιχεία, που δημοσιεύονται από την Eurostat, αναδεικνύουν μια κρίσιμη παράμετρο στην πορεία της Ευρώπης προς την πράσινη ενεργειακή μετάβαση και την επίτευξη της κλιματικής ουδετερότητας έως το 2050, όπως ορίζεται από την Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (European Green Deal). Παρά τον κεντρικό ρόλο που διαδραματίζει η περιβαλλοντική φορολογία στην προώθηση φιλικότερων προς το περιβάλλον συμπεριφορών και στην εσωτερίκευση του κόστους της ρύπανσης, η συνεχιζόμενη μείωση του σχετικού της μεριδίου εγείρει ερωτήματα σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την επάρκεια των υφιστάμενων πολιτικών.
Οι περιβαλλοντικοί φόροι περιλαμβάνουν κατηγορίες όπως οι φόροι στην ενέργεια, τις μεταφορές, τη ρύπανση και τους πόρους. Σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα, οι φόροι στην ενέργεια και τις μεταφορές αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των περιβαλλοντικών φορολογικών εσόδων στην Ε.Ε., αντιπροσωπεύοντας περίπου το 96% του συνόλου το 2022. Στην πράξη, αυτοί οι φόροι στοχεύουν στην ενθάρρυνση της μετάβασης σε καθαρότερες πηγές ενέργειας, τη βιώσιμη βιομηχανία και γενικότερα, πράσινες συνήθειες, μέσω της τιμολόγησης του κοινωνικού κόστους των περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
Το 2023, οι επιχειρήσεις συνεισέφεραν το μεγαλύτερο μέρος των περιβαλλοντικών φορολογικών εσόδων, με ποσοστό 49,4% του συνόλου. Σημαντική ήταν η συμβολή από τους τομείς της μεταποίησης, των κατασκευών, της εξόρυξης, των υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και των λοιπών υπηρεσιών. Τα νοικοκυριά συνεισέφεραν το 48,3% των συνολικών εσόδων, ενώ οι μη κάτοικοι είχαν αξιόλογο μερίδιο μόνο σε λίγες χώρες, όπως το Λουξεμβούργο, η Μάλτα και η Αυστρία.

Η Ελληνική Εμπειρία και οι Προκλήσεις του Μέλλοντος
Αξίζει να σημειωθεί ότι, σε αντίθεση με τη γενική τάση της Ε.Ε., η Ελλάδα είναι μία από τις ελάχιστες χώρες-μέλη όπου το μερίδιο των περιβαλλοντικών φόρων στα συνολικά κρατικά έσοδα αυξήθηκε σημαντικά την τελευταία δεκαετία, από 7,7% το 2010 σε 13% το 2022. Αυτό υποδηλώνει μια ενισχυμένη προσπάθεια της χώρας να ενσωματώσει περιβαλλοντικά κριτήρια στο φορολογικό της σύστημα.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα των περιβαλλοντικών φόρων δεν είναι πάντα ομοιογενής. Παρά την ύπαρξη του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (EU ETS), το οποίο, αν και δεν είναι φόρος, τα έσοδά του κατατάσσονται ως φορολογικά, υπάρχουν ανησυχίες σχετικά με την παλινδρόμηση των περιβαλλοντικών φόρων, δηλαδή την δυσανάλογη επιβάρυνση των χαμηλότερων εισοδημάτων. Για την αντιμετώπιση αυτών των ανισοτήτων, η Ε.Ε. έχει θεσπίσει τον Μηχανισμό Δίκαιης Μετάβασης.
Η πρόκληση για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη της παραμένει η εξεύρεση μιας ισορροπίας μεταξύ της αύξησης των περιβαλλοντικών εσόδων, της διασφάλισης της δίκαιης μετάβασης και της επίτευξης των φιλόδοξων κλιματικών στόχων. Η εναρμόνιση των περιβαλλοντικών φορολογικών συντελεστών μεταξύ των κρατών μελών αποτελεί επίσης ένα σημαντικό ζητούμενο, καθώς οι υφιστάμενες διαφορές μπορούν να δημιουργήσουν στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό.
Πηγή: Eurostat

