Για πολλά χρόνια, η ιδέα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου διέτρεχε τη συζήτηση για την ενεργειακή ασφάλεια, την ενσωμάτωση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και τη γεωστρατηγική ενδυνάμωση της Μεγαλόνησου. Το πρότζεκτ ονομάζεται Great Sea Interconnector (GSI) ή αλλιώς EuroAsia Interconnector, και σκοπεύει να ενώσει, μέσω υποθαλάσσιου καλωδίου υψηλής τάσης (HVDC), το ελληνικό, το κυπριακό και το ισραηλινό δίκτυο.
Στην πράξη όμως, αυτά τα μεγαλεπήβολα σχέδια έχουν “κολλήσει” σε έναν κυκεώνα τεχνικών, οικονομικών και πολιτικών εμποδίων. Σήμερα, το όραμα που κάποτε παρουσιαζόταν ως «ηλεκτρική γέφυρα» φαίνεται να περνά από σοβαρή δοκιμασία.

- Η συνολική διαδρομή του καλωδίου υπολογίζεται σε περίπου 1.208 χιλιόμετρα — 898 χλμ από Κύπρο προς Κρήτη και 310 χλμ από Κύπρο προς Ισραήλ.
- Η πρώτη φάση προβλέπει 1.000 MW ισχύ, με κόστος εκτιμώμενο στα 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ.
- Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εγκρίνει ενίσχυση ύψους 657 εκατομμυρίων ευρώ μέσω του μηχανισμού «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF).
- Από ελληνικής πλευράς, ο ΑΔΜΗΕ (Ο Διαχειριστής του Ελληνικού Δικτύου) έχει αναλάβει την υλοποίηση και έχει ήδη δεσμεύσει κεφάλαια για προκαταρκτικά στάδια.
- Όμως, υπήρξαν «πάγωμα» στη χρηματοδότηση: ο ΑΔΜΗΕ ανέστειλε καταβολή περί τα 70 εκατ. ευρώ στην κατασκευάστρια εταιρεία (Nexans) τον Φεβρουάριο 2025.
- Ταυτόχρονα, η κυπριακή πλευρά καλείται να συνδράμει με περίπου 125 εκατ. ευρώ στη φάση κατασκευής, κατανεμημένα σε δόσεις των 25 εκ. ετησίως (2025-2029).
Αυτοί οι αριθμοί βλέπουν όμως αντίσταση και αμφισβητήσεις, ειδικά από την κυπριακή πλευρά.

Από την πλευρά της Κύπρου
Ο υπουργός Οικονομικών Μάκης Κεραυνός έχει δηλώσει ότι «με τους παρόντες όρους» το έργο δεν είναι βιώσιμο. Σύμφωνα με τον ίδιο, η οικονομική, τεχνική αλλά και γεωπολιτική κατάσταση το καθιστούν επισφαλές.
Παράλληλα, στην Κύπρο διαμορφώνονται ισχυρά λόμπι παραγωγής ενέργειας, που βλέπουν το έργο ως ανταγωνιστικό προς εγχώριες επενδύσεις ΑΠΕ. Το ζήτημα του ρόλου του ΑΔΜΗΕ και της ευθύνης σε περίπτωση αποτυχίας δημιουργεί ένταση ανάμεσα σε Αθήνα και Λευκωσία.
Από την πλευρά της Ελλάδας
Η Αθήνα δηλώνει αποφασισμένη να προχωρήσει, τονίζοντας ότι δεν θα υπάρξει «βήμα πίσω». Το ΥΠΕΞ επισημαίνει ότι το έργο έχει ευρωπαϊκή υποστήριξη και θεσμική κάλυψη, ενώ και η ελληνική κυβέρνηση αναγκάζεται να χειριστεί τα ζητήματα με ευαισθησία.
Θέματα διαφάνειας και νομικής διερεύνησης
Πρόσφατα, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας ανακοίνωσε ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ξεκίνησε έρευνα για πιθανά ποινικά αδικήματα σχετιζόμενα με το έργο GSI. Το γεγονός αυτό επιφέρει καθυστερήσεις και εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη διαχειριστική επάρκεια και την αξιοπιστία του φορέα υλοποίησης.
Περαιτέρω, στην Κύπρο δεν αποκλείεται ότι ορισμένες πλευρές θέτουν το έργο υπό αμφισβήτηση ή ακόμη και εγκατάλειψη.

Γεωπολιτικές πιέσεις
Η Τουρκία έχει ήδη αντιδράσει έντονα σε σχεδιαζόμενες εργασίες έρευνας και πόντισης στη θαλάσσια ζώνη μεταξύ Κρήτης και Κύπρου, στάση που έχει ήδη προκαλέσει αναστολές σε σχετικές διεργασίες. Η ελληνική πλευρά δηλώνει πως θα υπερασπιστεί τις έρευνες στο πεδίο, και η Κομισιόν επαναλαμβάνει την πολιτική σημαντικότητα του έργου για την ΕΕ.
Το έργο παραμένει σε κατάσταση ημι-στάσιμης εξέλιξης:
- Δεν έχει καθοριστεί σαφές χρονοδιάγραμμα επανέναρξης των ερευνών και πόντισης.
- Οι καθυστερήσεις υπερβαίνουν τις τεχνικές δυσκολίες, καθώς ενσωματώνονται πολιτικές κρίσεις και εσωτερικές αντιφάσεις.
- Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω εκπροσώπων, δηλώνει ότι το έργο έχει περάσει τις απαιτήσεις για χρηματοδότηση ως «έργο κοινού ενδιαφέροντος» (PCI).
- Ωστόσο, η πραγματική υλοποίηση εξαρτάται από την επίλυση των χρηματοδοτικών θεμάτων, των νομικών αμφισβητήσεων, αλλά και της ένστασης από τρίτες δυνάμεις.
Ο δρόμος μπροστά είναι ανηφορικός
Το όραμα της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου παραμένει, θεωρητικά, ένα εργαλείο όχι μόνο ενεργειακής αναβάθμισης, αλλά και γεωπολιτικής ενίσχυσης της Ελλάδας και της Κύπρου. Μέσω του GSI θα μπορούσε να καταργηθεί η ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου, να ενισχυθεί η διείσδυση των ΑΠΕ και να δημιουργηθούν πιο ανταγωνιστικές τιμές ενέργειας.
Όμως, αυτή η μετάβαση περνά από γέφυρες δύσκολες: χρειαζόμαστε κεντρική πολιτική βούληση, θεσμική διαφάνεια, σταθερότητα στις οικονομικές δεσμεύσεις και γεωπολιτική προστασία απέναντι σε εξωτερικούς «παρεμβατισμούς». Η επόμενη περίοδος χαρακτηρίζεται κρίσιμη: ή το έργο ξεμπλοκάρει με σαφή δεσμευτικά βήματα, ή κινδυνεύει να παραμείνει ως μια χαμένη ευκαιρία.

