Σε μια κίνηση που προκαλεί έντονες συζητήσεις στη διεθνή διπλωματική σκηνή, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρόκειται να αποχωρήσουν εκ νέου από την Οργάνωση των Ηνωμένων Εθνών για την Εκπαίδευση, την Επιστήμη και τον Πολιτισμό (UNESCO). Η απόφαση, που ανακοινώθηκε από τον Λευκό Οίκο, αναμένεται να τεθεί σε ισχύ στις 31 Δεκεμβρίου 2026, σηματοδοτώντας την τρίτη φορά στην ιστορία που οι ΗΠΑ αποσύρονται από αυτόν τον σημαντικό διεθνή θεσμό.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ιδρυτικό μέλος της UNESCO το 1945, έναν οργανισμό που, σύμφωνα με την ιστοσελίδα του, «προωθεί τη συνεργασία στην εκπαίδευση, την επιστήμη, τον πολιτισμό και την επικοινωνία για την ενίσχυση της ειρήνης παγκοσμίως». Ωστόσο, η σχέση αυτή έχει χαρακτηριστεί από επανειλημμένες διακοπές. Η πρώτη αποχώρηση έλαβε χώρα το 1984, επί προεδρίας Ρόναλντ Ρήγκαν, με αιτιολογία την κακοδιαχείριση των οικονομικών και την αντίληψη περί μεροληψίας εις βάρος των αμερικανικών συμφερόντων.
Σχεδόν δύο δεκαετίες αργότερα, το 2003, οι ΗΠΑ επανήλθαν στην οργάνωση υπό την κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους του νεότερου, ο οποίος δήλωσε ότι η UNESCO είχε υλοποιήσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, στην πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, οι ΗΠΑ αποχώρησαν ξανά, για να επανέλθουν το 2023, επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν. Η παρούσα απόφαση για εκ νέου αποχώρηση, αποτελεί συνέπεια μιας επανεξέτασης που διέταξε ο Πρόεδρος Τραμπ μετά την ανάληψη των καθηκόντων του για δεύτερη φορά.

Οι λόγοι που επικαλείται ο Λευκός Οίκος για αυτή την απόφαση είναι πολλαπλοί και έντονα πολιτικοποιημένοι. Όπως δήλωσε η αναπληρώτρια εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Άννα Κέλι, «ο Πρόεδρος Τραμπ αποφάσισε να αποσύρει τις Ηνωμένες Πολιτείες από την UNESCO — η οποία υποστηρίζει αφυπνισμένες (woke), διχαστικές πολιτιστικές και κοινωνικές αιτίες που είναι εντελώς εκτός ευθυγράμμισης με τις πολιτικές κοινής λογικής για τις οποίες ψήφισαν οι Αμερικανοί τον Νοέμβριο». Η δήλωση αυτή αντικατοπτρίζει την ευρύτερη στρατηγική της κυβέρνησης Τραμπ να αποσύρεται από διεθνείς θεσμούς και να δίνει έμφαση στον τερματισμό προγραμμάτων «Ποικιλομορφίας, Ισότητας και Ένταξης (DEI)».
Επιπλέον, η εκπρόσωπος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, Τάμι Μπρους, πρόσθεσε ότι η συνεχιζόμενη συμμετοχή των ΗΠΑ στην UNESCO δεν είναι προς το «εθνικό τους συμφέρον». Η Μπρους υποστήριξε ότι η UNESCO «εργάζεται για την προώθηση διχαστικών κοινωνικών και πολιτιστικών σκοπών και διατηρεί μια υπέρμετρη εστίαση στους Στόχους Βιώσιμης Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών, μια παγκοσμιοποιητική, ιδεολογική ατζέντα για τη διεθνή ανάπτυξη που έρχεται σε αντίθεση με την εξωτερική πολιτική μας ‘Πρώτα η Αμερική’».
Ένα κεντρικό σημείο διαφωνίας παραμένει η απόφαση της UNESCO το 2011 να αναγνωρίσει το «Κράτος της Παλαιστίνης» ως πλήρες μέλος. Η Μπρους ισχυρίστηκε ότι αυτή η απόφαση είναι «εξαιρετικά προβληματική, αντίθετη στην πολιτική των ΗΠΑ, και συνέβαλε στην εξάπλωση της αντι-ισραηλινής ρητορικής εντός της οργάνωσης». Η επανεξέταση που διέταξε ο Τραμπ περιλάμβανε «ανάλυση τυχόν αντισημιτισμού ή αντι-ισραηλινού αισθήματος εντός της οργάνωσης».
Η αποχώρηση των ΗΠΑ, ενός σημαντικού χρηματοδότη (αν και το μερίδιο συνεισφοράς έχει μειωθεί στο 8% του συνολικού προϋπολογισμού), αναμένεται να έχει επιπτώσεις στην UNESCO, αν και ο οργανισμός έχει διαφοροποιήσει τις πηγές χρηματοδότησής του τα τελευταία χρόνια. Η UNESCO είναι ευρέως αναγνωρισμένη για τον χαρακτηρισμό Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς, όπως το Εθνικό Πάρκο Γκραν Κάνυον στις ΗΠΑ, και η αποχώρηση μπορεί να επηρεάσει την παγκόσμια πολιτιστική συνεργασία.
Αυτή η κίνηση αποτελεί περαιτέρω ένδειξη της αυξανόμενης ιδεολογικής απόκλισης μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών, υπό την παρούσα κυβέρνηση, και διεθνών οργανισμών, σηματοδοτώντας μια τάση αποδέσμευσης από πολυμερείς συμφωνίες και θεσμούς. Η απόφαση αυτή δεν αποτελεί έκπληξη για τους αξιωματούχους της UNESCO, οι οποίοι την ανέμεναν μετά την ειδική αναθεώρηση που διέταξε η κυβέρνηση Τραμπ νωρίτερα φέτος. Είχαν επίσης προβλέψει ότι ο Τραμπ θα αποχωρούσε ξανά, καθώς η επιστροφή των ΗΠΑ το 2023 είχε προωθηθεί από τον πολιτικό του αντίπαλο, τον πρώην πρόεδρο Τζο Μπάιντεν.
Η νέα αποχώρηση των ΗΠΑ από την UNESCO αναδεικνύει τις βαθιές ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές που χαρακτηρίζουν τη διεθνή σκηνή, θέτοντας ερωτήματα για το μέλλον της πολυμερούς συνεργασίας σε κρίσιμους τομείς όπως η εκπαίδευση, η επιστήμη και ο πολιτισμός.

